Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2008


Ίταμος: Διακρίνεται η Μονή της Παναγίας Γκούρας

Παλαιό Άρθρο για τις πύλες της Πίνδου
Θέση ''ΕΠΙΣΚΟΠΗ''
Άνοιξη 2008

Δορυφορική λήψη της θέσης Παλαιομονάστηρο

Τα στενά των Μεγάλων Πυλών

Το χωριό Παλαιομονάστηρο μια μέρα του Μαρτίου 2008
Σύντομη Ιστορία της Θεσσαλίας

Προϊστορικοί Χρόνοι (100000 - 1100 π.Χ.)
Κορμός της Ελλάδας η Θεσσαλία, με τα εύφορα εδάφη, τα ποτάμια, τα δασωμένα βουνά και τις άφθονες πηγές, κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια. Στις όχθες του Πηνειού, κοντά στη Λάρισα, βρέθηκαν παλαιολιθικά εργαλεία και απολιθωμένα ζωολογικά λείψανα της ίδιας περιόδου (100000 - 50000 π.Χ.) Μερικά οστά έχουν φανερά ίχνη επεξεργασίας και δεν αποκλείεται να χρησιμοποιήθηκαν σαν εργαλεία ή όπλα. Το πρώτο ελληνικό παλαιολιθικό έργο τέχνης προέρχεται από τα Λεχώνια Πηλίου. Έξω από ένα μικρό σπήλαιο βρέθηκε ένα στιλπνό λίθινο αντικείμενο, οχτώ εκατοστών, όπου είναι χαραγμένο το περίγραμμα αλόγου. Δείγματα τέχνης της Νεότερης Παλαιολιθικής Εποχής (30000 – 8000 π.Χ.) βρέθηκαν επίσης σε σπήλαια του Πηλίου, όπως ανθρωπόμορφο αντικείμενο – «ενώτιο» σύμφωνα με την επιστήμη της αρχαιολογίας – η πρώτη απόπειρα στην Ελλάδα σχηματοποίησης του ανθρώπινου σώματος. Και ακόμη δύο πλακίδια με παραστάσεις χορού το ένα και κυνηγίου το άλλο (Μουσείο Βόλου).
Η Μεσολιθική Εποχή (8000 – 7000 π.Χ.) - αρχή Ολόκαινου – χαρακτηρίζεται από τη μεταβολή του κλίματος που πλησιάζει το σημερινό. Αντικείμενα Μεσολιθικής εποχής βρέθηκαν στη λίμνη Βοίβη (Κάρλα), όπως η καλά επεξεργασμένη αιχμή δόρατος από πυριτόλιθο. Οι πρώτοι νεολιθικοί οικισμοί σε ευρωπαϊκό χώρο εντοπίστηκαν από το 1956 πρώτα στην Άργισσα από τον Μιλόισιτς και έπειτα στο Σέσκλο από το Δημήτρη Θεοχάρη. Η αρχαιότατη αυτή φάση του νεολιθικού πολιτισμού ονομάστηκε Προκεραμική Νεολιθική (7000 – 6000 π.Χ.) για την έλλειψη κεραμικής. Στα αρχαιότερα νεολιθικά στρώματα της Θεσσαλίας βρέθηκαν κόκκοι σιτηρών και είναι γνωστό ότι υψηλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν στις περιοχές που καλλιεργούσαν σιτάρι. Τα βασικά εργαλεία ήταν κομμάτια πυριτόλιθο ή οψιανό, με ξύλινες ή οστέινες λαβές. Χαρακτηριστικό της εποχής είναι τα λεγόμενα «ενώτια». Τα κοσμήματα της εποχής ήταν δισκάρια τρυπημένα στη μέση ή δουλεμένα κομμάτια από στεατίτη, καθώς και θαλασσινά όστρακα τρυπημένα στην άκρη. Οι κάτοικοι έμεναν σε καλύβες από κλαδιά, όπου εντοπίστηκαν εστίες και δάπεδα στρωμένα με χαλίκια. Οι προκεραμικές θέσεις συνεχίζουν να κατοικούνται και στην Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή (6000 – 5000 π.Χ.). Από τους ανασκαμμένους συνοικισμούς σημαντικότεροι είναι το Σέσκλο, η Άργισσα, η Οτζάκι μαγούλα, το Κεφαλόβρυσο Τρικάλων, η Νεσσωνίς Ι, η Πύρασος, η Μαγουλίτσα της Καρδίτσας. Υπάρχουν συνοικισμοί χαμηλοί κοντά σε ποτάμι, , λίμνη ή πεδιάδα και ψηλότεροι πάνω σε ράχη ή μαλακό λόφο, πάντοτε δίπλα σε πηγή ή ρεματιά. Η οικονομία στηριζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Βρέθηκαν καμένοι καρποί δημητριακών και οσπρίων, καθώς και οστά από εξημερωμένα ζώα (πρόβατα, βόδια, χοίροι). Η κλειστή οικονομία απέβλεπε στην αυτάρκεια, αλλά οι ενδείξεις πείθουν για επικοινωνία και ανταλλαγές με γειτονικές (αγγεία) και μακρινές περιοχές (οψιανός). Οι συνοικισμοί πολλαπλασιάστηκαν, ιδίως στις εύφορες περιοχές, και αριθμούσαν 20-30 σπίτια - καλύβες από κλαδιά και καλάμια. Στο Σέσκλο και σε άλλους συνοικισμούς απαντώνται πλίθινες κατασκευές, ενώ στη Μεγάλη Βρύση (Αγία Άννα), κοντά στον Τύρναβο, βρέθηκε ένα θαυμάσιο κτίριο με λίθινη κρηπίδα. Λίθινα εργαλεία (αξίνες, δρεπάνια, θεριστικά μαχαίρια), καθώς και πεσσοί για σφεντόνες, βρέθηκαν σε αφθονία σε όλους τους συνοικισμούς. Επίσης βρέθηκαν σφονδύλια για ύφανση από όστρακα αγγείων, βελόνες και άλλα αγγεία από οστά. Το σπουδαιότερα δημιούργημα της εποχής είναι η κατασκευή αγγείων από πηλό. Οι πρώτες απόπειρες κατασκευής πήλινων αγγείων, οι αρχικές δοκιμές βρέθηκαν στο Σέσκλο, επειδή η εργασία αυτή γινόταν μακριά από τα εύφλεκτα οικήματα. Η διακόσμηση ήταν γραμμική (παράλληλες, τεθλασμένες, τρίγωνα) και τα θέματα έχουν μεταφερθεί από την υφαντική ή την πλεκτική. Αργότερα εμφανίστηκαν στην πεδιάδα της Λάρισας και στην Δ. Θεσσαλία χονδροειδή αγγεία με εμπίεστη ή εγχάρακτη διακόσμηση, ενώ υποχωρεί η γραπτή κεραμική από τις περιοχές αυτές. Το γεγονός υποδηλώνει ότι είχαν εισδύσει πληθυσμιακές ομάδες από τη Μακεδονία, την Ήπειρο ή την Κέρκυρα και τη Λευκάδα, καθώς τα αγγεία μοιάζουν με ανάλογα των περιοχών αυτών.
Τα μοναδικά δείγματα τέχνης στην Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή στη Θεσσαλία είναι τα «ειδώλια». Βρίσκουμε επίσης τα πήλινα και λίθινα «ενώτια». Μερικά ειδώλια είναι αληθινά αριστουργήματα, όπως ο γυναίκειος κορμός από την Οτζάκι μαγούλα. Ο άντρας που κάθεται μεγαλόπρεπα στο θρόνο, με τα χέρια στους μηρούς είναι ένας τύπος που τον βρίσκουμε και στη Μέση Νεολιθική Εποχή. Η χρήση των ειδωλίων είναι άγνωστη, βρέθηκαν στα σπίτια και ποτέ σε τάφους. Καθώς δεν υπάρχουν ιερά ίσως δηλώνουν κάποια μορφή λατρείας.
Η Μέση Μεσολιθική Εποχή (5000 – 4000 π.Χ.) είναι γνωστή σαν «πολιτισμός του Σέσκλου». Οι ανασκαφές του Χρήστου Τσούντα (1901-1902) και η θαυμαστή έκθεση των αποτελεσμάτων το 1908, καθώς και οι νεότερες έρευνες από το Δημήτρη Θεοχάρη (1956, 1962-1968, 1971-1977) έριξαν άπλετο φως στην εποχή αυτή. Η ακρόπολη του Σέσκλου προβάλλει σαν υψηλό ακρωτήριο ανάμεσα σε δύο ρέματα που συγκλίνουν. Η περιοχή είναι γεμάτη υψώματα, στους πρόποδες βουνών. Είναι η πρώτη ανασκαμμένη στην Ελλάδα νεολιθική θέση. Τα σπίτια έχουν λιθόκτιστα θεμέλια και βάση έως ένα μέτρο και από πάνω πλίθες. Είναι μονόχωρα, υπάρχουν όμως και σπίτια με δύο δωμάτια, όπως επίσης και μέγαρο. Έχουν διαπιστωθεί επανειλημμένες αρχιτεκτονικές φάσεις αλλά το διάγραμμα των οικημάτων δεν αλλάζει και τα όρια ιδιοκτησίας φαίνονται καθορισμένα. Στενά δρομάκια οδηγούν σε κεντρική πλατεία τεσσάρων – πέντε οικημάτων. Ο οικισμός ήταν οχυρωμένος και έμπαιναν από στενά περάσματα στα τείχη. Από τα σπουδαιότερα οικήματα ήταν το μέγαρο με ανοιχτή πλακόστρωτη αυλή μπροστά, ενώ πίσω ασφαλιζόταν με εσωτερικό περίβολο. Επίσης το «κεραμικό εργαστήριο» με υποστηρίγματα, προφανώς κάποιου ημιωρόφου. Οι εσωτερικοί τοίχοι και τα στηρίγματα ήταν αλειμμένα με πηλό. Διακρίνονται στο οίκημα τα σημάδια της καταστροφής από φωτιά, ίσως μετά από σεισμό, πριν το τέλος της Μέσης Νεολιθικής Εποχής (4400 π.Χ.) και φαίνεται ότι έκτοτε το Σέσκλο ερημώθηκε για περισσότερο από 500 χρόνια. Όμοια καταστροφή σημειώθηκε και στο Τσαγγλί (κοντά στην αρχαία Ερέτρια Φαρσάλων), αλλά εκεί η ζωή συνεχίστηκε. Εκτός από την άφθονη κεραμική – σπουδαιότερη συλλογή από όλη η Θεσσαλία - σημαντικά είναι και τα αρχιτεκτονικά λείψανα. Στην Οτζάκι μαγούλα παρατηρήθηκαν οχτώ αρχιτεκτονικές φάσεις. Τα σπίτια τετράπλευρα, το ένα δίπλα στο άλλο, είναι από πηλό επειδή οι πέτρες σπανίζουν στην περιοχή. Αφήνουν μεταξύ τους στενά περάσματα που κλείνονται με τοιχάκια στην είσοδο. Τα σπίτια χτίστηκαν και ξαναχτίστηκαν στην ίδια θέση, με αυστηρά τα όρια της ιδιοκτησίας.
Οι συνοικισμοί και οι ακροπόλεις, οι οχυρώσεις και τα μεγαροειδή οικήματα, είναι αποδείξεις για τον υψηλό βαθμό πολιτισμού της περιοχής και τον οργανωμένο από τότε βίο, που κράτησε χιλιετίες στην Ελλάδα. Άλλο σημαντικό δημιούργημα είναι η ειδωλοπλαστική, κανονική συνέχεια προηγούμενων εποχών. Όπως πριν, πλεονάζουν τα πήλινα ειδώλια γυναίκειων μορφών από τις ένθρονες αντρικές μορφές. Εμφανίζεται η «κουροτρόφος» (μητέρα με το βρέφος στην αγκαλιά) και σπανιότερα ειδώλια ζώων. Οι λίθινες σφραγίδες πολλαπλασιάζονται. Τα σχέδια είναι μαιανδροειδή ή σταυρόσχημα. Η υψηλή τεχνική της κεραμικής μαρτυρεί ότι η αγγειοπλαστική βρισκόταν σε χέρια τεχνιτών ειδικευμένων κει μερικές κατηγορίες πολυτελών αγγείων όπως η κεραμική της Τζάνη μαγούλα, εξάγονταν σε μακρινές περιοχές της Θεσσαλίας. Αρκετά φέρνουν στην βάση σημάδια του εργαστηρίου.
Στη Νεότερη Νεολιθική Εποχή (4000 – 2800/2700 π.Χ.) διακρίνονται τρεις υποδιαιρέσεις, που οι ονομασίες τους οφείλονται σε αντίστοιχους οικισμούς. α) Η πρώιμη φάση Τσαγγλί (ή Αράπη μαγούλα, κοντά στη Γιάννουλη Λάρισας). β) Ο πολιτισμός, Δίμηνι και οι όψιμες φάσεις, που καταλήγουν στον χαλκολιθικό πολιτισμό. γ) Ραχμάνι (13 χλμ βόρεια από τη Λάρισα). Τα σημαντικότερα στοιχεία για την εποχή έφεραν στο φως οι ανασκαφές στο Δίμηνι, που δίνουν πλήρη εικόνα μιας οργανωμένης νεολιθικής κοινότητας. Ο οικισμός βρίσκεται πάνω σε χαμηλό λόφο, 5 χλμ βορειοδυτικά από το Βόλο, έξω από το χωρίο Δίμηνι. Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν από το Βαλέριο Στάη (1901) και τον Χρήστο Τσούντα (1901 - 1903) και αργότερα ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης (1974 - 1977) πραγματοποίησε νέα έρευνα. Το Δίμηνι παρουσιάζει ένα μοναδικό αρχιτεκτονικό στοιχείο, τους περιβόλους. Είναι έξι λιθόχτιστες μάντρες (ομόκεντροι κύκλοι) που είχαν κατασκευαστεί κατά ζεύγη σε διαφορετικές εποχές. Αρχίζουν από την κορυφή, αφήνοντας μεγαλύτερο διάστημα εκεί που ακουμπούσαν τα σπίτια. Ο οικισμός κόβεται από τέσσερις διαδρόμους, για την επικοινωνία των κατοίκων με τη γύρω περιοχή. Στα σημεία αυτά υπήρχαν δύο - τρία μεγάλα σπίτια με βοηθητικά κτίσματα και αυλή. Οι περίβολοι του Διμηνιού χαρακτηρίζονται από το Χρήστο Τσούντα οχυρωματικό σύστημα, ενώ ο Γεώργιος Χουρμουζιάδης τους αποδίδει στην πολεοδομική αντίληψη της εποχής. Η κεραμική που βρέθηκε στο Δίμηνι – και είναι αυτή που διαχωρίζει τη φάση – είναι τα γραπτά αγγεία, φιάλες, με καφέ διακόσμηση πάνω σε ανοιχτόχρωμη επιφάνεια. Τα αγγεία αυτά διαδόθηκαν σε μεγάλη έκταση στον ελλαδικό χώρο. Μια άλλη κατηγορία είναι τα εγχάρακτα, γκρίζα ή μαύρα, συνήθως μεγάλα αγγεία που έχουν διακοσμηθεί με αιχμηρό αντικείμενο πριν το ψήσιμο.
Στις ανασκαφές βρέθηκαν πέτρινα και οστέινα εργαλεία, μεγάλος αριθμός λεπίδων από οψιανό και πυριτόλιθο, πήλινα σφονδύλια και βλήματα για σφεντόνες, ανθρωπόμορφα ειδώλια, κοσμήματα από κόκαλο, πέτρα ή κοχύλια. Μέσα στον οικισμό βρέθηκαν λίγες ταφές μικρών παιδιών σε αγγεία. Οι ενήλικοι ίσως θάβονταν μακριά. Το Δίμηνι ερημώθηκε στην αρχή της 3ης χιλιετίας π.Χ. εκτός από ένα μικρό μέρος του οικισμού, όπως το κεντρικό μέγαρο και οι νότιες παρυφές του λόφου. Μεγαλόπρεπα οικοδομήματα της εποχής αυτής έχουν εντοπιστεί στο Σέσκλο και στη Βισβίκη μαγούλα, κοντά στο Βελεστίνο. Λίγο μετά την αρχή της 3ης χιλιετίας, ο αιγαιακός κόσμος βαδίζει σε μια νέα εποχή με τη χρήση των μετάλλων. Η χαλκοκρατία κράτησε περίπου μιάμιση χιλιετία (2800 ή 2700 110 π.Χ.). Το μισό από το διάστημα αυτό (2800 – 1900 π.Χ.) καλύπτει η Πρώιμη Χαλκοκρατία. Άφθονο υλικό έφεραν στο φως οι ανασκαφές στο Σέσκλο, στο Δίμηνι, στο Ραχμάνι, στη Τζάνη μαγούλα, στα Ζερέλια. Οι νεότερες έρευνες στην Άργισσα, κοντά στη Λάρισα, αποκάλυψαν πολλά μακεδονικά στοιχεία στα σχήματα και στην τεχνική της κεραμικής, που οδήγησαν του επιστήμονες στο συμπέρασμα για μετακίνηση πληθυσμών από τη βόρεια θεσσαλική πεδιάδα. Το εμπόριο που αναπτύχθηκε με την πάροδο του χρόνου, έφερε σε επικοινωνία τους μεσοελλαδίτες με τους νησιώτες και μαζί την πρόοδο και την πολιτιστική αφύπνιση. Στη βορειοδυτική Θεσσαλία συγκεντρώθηκαν και διαμορφώθηκαν τα ελληνικά φύλα όπως οι Ίωνες – μαρτυρείται και ποταμός Ίων – που κατευθύνθηκαν στα νότια γύρω στο 1900 π.Χ. και τα αιολόφωνα φύλα, ενώ Αχαιοί ήταν εγκατεστημένοι, γύρω στα 1900, στη νότια Θεσσαλία που επικράτησε να λέγεται Αχαΐα Φθιώτιδα.
Σημαντικότατο μυκηναϊκό κέντρο της Θεσσαλίας υπήρξε το ορμητήριο των Αργοναυτών, η Ιωλκός, στην περιοχή του σημερινού Βόλου, όπου αναπτύχθηκαν περίπου ταυτόχρονα τρεις οικισμοί. Στη συνοικία Παληά, το Δίμηνι και τα Πευκάκια. Στα Παληά, στη θέση «Κάστρο» ή «Άγιοι Θεόδωροι» ανακαλύφθηκαν ανάκτορο, ερείπια κατοικιών, κεραμική και ταφές. Στο Δίμηνι, γνωστό κυρίως για το νεολιθικό οικισμό, αποκαλύφθηκαν μυκηναϊκός οικισμός και μεγάλος θολωτός τάφος, γνωστός σαν Λαμιόσπιτο, με πλούσια κτερίσματα. Στα Πευκάκια τοποθετείται η Νηλεία, η πόλη που ίδρυσε ο Νηλέας, ο αδερφός του Πελία. Η κατοίκιση στο χώρο αυτό είναι συνεχής από τη Νεότερη Νεολιθική Εποχή ως την Υστεροελλαδική (4000 – 1100 π.Χ.) και λόγω της επίκαιρης θέσης του εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό σταθμό που συνέδεε την ενδοχώρα με τη Θράκη, τη Μικρά Ασία, τα νησιά και τη νότια Ελλάδα. Οι Φερές (Βελεστίνο), η πόλη που κατοικείται από τη Νεολιθική Εποχή, άκμασε και στη Μυκηναϊκή Εποχή, όπως έδειξαν οι σύγχρονες ανασκαφές, επιβεβαιώνοντας τις αρχαίες παραδόσεις για τον ισχυρό βασιλιά Άδμητο και την Άλκηστη. Στην περιοχή του Αλμυρού, στη λίμνη Βοίβη και γύρω στον Πηνειό, εντοπίστηκαν αρκετές μυκηναϊκές θέσεις με αξιόλογα ευρήματα που πιστοποιούν τη συνεχή κατοίκιση στο Θεσσαλικό χώρο. Ο 14ος και 13ος αιώνας π.Χ. αποτελούν την κορυφαία φάση της μυκηναϊκής ανάπτυξης, που δόξασε ο Αχιλλέας με τους Μυρμιδόνες.
Γεωμετρική Εποχή (1.100 – 700 π.Χ.)
Είναι η εποχή των μεγάλων μετακινήσεων των ελληνικών φύλων από τη Μακεδονία και την Ήπειρο. Γύρω στα 1200 π.Χ. οι Βοιωτοί είχαν εγκαταλείψει την περιοχή της κεντρικής Πίνδου που κατείχαν από αιώνες και είχαν εγκατασταθεί στην Άρνη. Προς την ίδια κατεύθυνση και από την ίδια περιοχή κινήθηκαν αργότερα (1125 – 1100 π.Χ.) οι Θεσσαλοί, που πέρασαν τον Αχελώο ανάμεσα από τα Άγραφα και το Τυμφρηστό. Εγκαταστάθηκαν στην Άρνη, ενώ οι Βοιωτοί προχώρησαν νοτιότερα πρώτα στην Χαιρώνια και έπειτα στον Ορχομενό και στην Κορώνεια, απωθώντας του Θράκες και τους Πελασγούς προς τον Παρνασσό. Την ίδια περίπου εποχή οι Μάγνητες, κλάδος των μακεδόνων εγκαταστάθηκαν στα Τέμπη και στο Πήλιο, ενώ τα αιολόφωνα φύλα από την Θεσσαλία κατευθύνθηκαν στην Τένεδο, στη Λέσβο και τα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Μετά το 975 π.Χ. και έως το 800 π.Χ. Μάγνητες μετακινήθηκαν σε αραιά διαστήματα, στην Κρήτη και τη Μικρά Ασία. Από τους κατοίκους της Μυκηναϊκής Εποχής, οι Περραιβοί, στην βορειότατη Θεσσαλία δεν μετακινήθηκαν, αλλά επεκτάθηκαν σε όλη τη λεκάνη των ποταμών Εύρωπου και Τιταρήσιου και στα βόρεια των Τεμπών βουνά. Περραιβοί συναντώνται και στην Πίνδο και στα Αθαμανικά Όροι. Οι Θεσσαλοί επεκτάθηκαν στις πεδιάδες και τον 8ο π.Χ. αιώνα φαίνεται ότι χωρίζονταν σε πολιτιστικές ζώνες. Μια στην περιοχή της Λάρισας και άλλη γύρω στην Ιωλκό, ενώ οι Μάγνητες περιορίστηκαν στην Όσσα και το Πήλιο. Θεσσαλοί και Μάγνητες διατήρησαν την πολιτική οργάνωση, που χαρακτηρίζεται «φυλετικό κράτος», ίδια σε όλα τα ελληνικά φύλα, από το μακρινό ιστορικό παρελθόν. Κάθε φύλο αποτελούσε «έθνος». Οι νέοι κάτοικοι χώρισαν τη γη σε κλήρους και όσοι από τους παλαιούς κατοίκους παρέμειναν, υποχρεώθηκαν να καλλιεργούν τη γη και να δίνουν μεγάλο μερίδιο στους Θεσσαλούς, σαν δουλοπάροικοι, όπως οι είλωτες της Σπάρτης, και ονομάζονταν πενέστες. Σε περίπτωση πολέμου, κάθε κλήρος κινητοποιούσε 40 ιππείς και 80 πεζούς, στρατεύοντας και πενέστες. Άρα οι θεσσαλικοί κλήροι είχαν διανεμηθεί σε μεγάλες συγγενικές ομάδες. Νότια από τις θεσσαλικές πεδιάδες παρέμειναν Αχαιοί και Δόλοπες. Η εθνική συνέχεια στην Αχαΐα Φθιώτιδα διαπιστώνεται από τη λατρεία του Λαφυστίου Διός και της Ιτωνίας Αθηνάς – η δεύτερη πέρασε και στους Θεσσαλούς – καθώς και από τους μύθους για τον Αθάμα, την Ινώ, το Φρίξο και την Έλλη.
Η Θεσσαλία βρισκόταν σε εξέχουσα θέση με την παραγωγή μεγάλης ποσότητας δημητριακών, που επέτρεπε την εξαγωγή, καθώς και με το περίφημο ιππικό της που αναπτύχθηκε νωρίς.

Αρχαϊκή Εποχή (700 - 478 π.Χ.)
Η Θεσσαλία διασπάστηκε σε τέσσερα φυλετικά κράτη, τη Θεσσαλιώτιδα, την Πελασγιώτιδα, με περίοικους τους Περραιβούς, την Εστιαιώτιδα και τη Φθιώτιδα, με περίοικους τους Αχαιούς της Όθρης και των γύρω περιοχών.



Χάρτης αρχαίας Θεσσαλίας.
(Σχεδίαση Π. Χρυσοστόμου με βάση το χάρτη του Friedrich Stählin στο βιβλίο «Η αρχαία Θεσσαλία», Μετάφραση: Γιώργος Παπασωτηρίου & Αναστασία Θανοπούλου, Εκδοτικός οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2002)
Σε καιρό πολέμου ένωναν τις δυνάμεις τους και εκλέγονταν ηγέτης ένας από τους τέσσερις ηγεμόνες, ο ταγός. Αρχαιότερος ταγός αναφέρεται ο Αλεύας από τη Λάρισα (Πελασγιώτιδα), στον οποίο αποδίδεται η οργάνωση της συμμαχίας και του συμμαχικού στρατού. Πολλοί ταγοί κρατούσαν τη διοίκηση της Θεσσαλίας και μετά τη λήξη του πολέμου, έτσι κατά διαστήματα υπήρχε ενιαία κυβέρνηση. Τα επιμέρους κράτη ονομάστηκαν «τετράδες» ή «τετραρχίες», ενώ ενωμένα τα κράτη αποτελούσαν το κοινό των Θεσσαλών. Οι βλέψεις των Θεσσαλών στρέφονταν προς νότο και σύντομα πρόσθεσαν στους περίοικους τους Μάγνητες, τους Αινιάνες, τους Μαλιείς και σε λίγο τους Φωκείς. Εκτός από την φωκική πόλη Κίρρα, μοναδικό λιμάνι που εξυπηρετούσε τους Δελφούς, εισπράττοντας φόρους από προσκυνητές και εμπορεύματα. Στα ισχυρά τείχη της Κίρρας αναχαιτίστηκε το θεσσαλικό ιππικό, αλλά το συμβούλιο της Δελφικής Αμφικτιονίας, στο οποίο οι Θεσσαλοί διέθεταν τις μισές ψήφους, κήρυξε τον Α’ Ιερό Πόλεμο (592 π.Χ.). Η Κίρρα πέρασε από φωτιά και σίδηρο και η γη της αφιερώθηκε στους δελφικούς θεούς Απόλλωνα, Άτρεμη, Λητώ και Αθηνά Προναία. Το τέλος του Α’ Ιερού Πολέμου συνδέεται με την ίδρυση ή την αναδιοργάνωση των Πυθίων με μουσικούς αγώνες. Κατά την αρχαία παράδοση τα Πύθια καθιερώθηκαν κάθε οχτώ χρόνια, από τότε που ο Απόλλων κατέβαλε τον δράκοντα Πύθωνα. Ιστορικά άρχισαν το 590 π.Χ. αλλά πρώτοι Πυθικοί αγώνες θεωρήθηκαν το 582 π.Χ. τότε που γιορτάστηκε με λαμπρότητα η οριστική κάμψη των Κιρραίων στα βουνά. Οι Θεσσαλοί που είχαν πάρει μέρος και στο Ληλάντιο Πόλεμο (Χαλκίδας - Ερέτριας) το 571 π.Χ. εισέβαλαν, χωρίς αποτέλεσμα, και στη Βοιωτία και αργότερα, ύστερα από σκληρότατο πόλεμο, υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν και τη Φωκίδα.
Ο τύμβος στην αγροτική περιοχή «Καραέρια» έκρυβε αντρικές ταφές πολεμιστών, αγνώστου πολεμικού γεγονότος που χρονολογείται στο πρώτο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. Τα κτερίσματα που ήρθαν στο φως μαρτυρούν για τις συνήθειες και τον πολιτισμό της εποχής, πέρα από το ιστορικό γεγονός. Βρέθηκαν σιδερένια ξίφη, λυγισμένα για να χωρέσουν σε πήλινα ή χάλκινα τεφροδόχα αγγεία, αιχμές δοράτων και βελών, μαχαίρια, μαχαιρίδια, πόρπες, περόνες, δαχτυλίδια, αγγεία με συνηθισμένα θέματα, άνθη, ταινίες, κυματοειδής γραμμές, γιρλάντες και δέσμες με κάθετες και οριζόντιες γραμμές (Αρχαιολογία, τεύχος 34, Μάρτιος 1990).
Οι ήττες των Θεσσαλών στις μάχες του Κερρησού από τους Βοιωτούς και της Υάμπολης από τους Φωκείς, γύρω στα 500 π.Χ. καθόρισαν τη διαφορετική στάση τους στους Περσικούς Πολέμους. Οι Αλευάδες της Λάρισας, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των ολιγαρχικών, ζήτησαν από τον Ξέρξη να επέμβη στα ελληνικά πράγματα, που μόλις ανέβηκε στο θρόνο το 486 π.Χ. ελπίζοντας στην αποκατάσταση του χαμένου κύρους και στην προσάρτηση των εδαφών. Και όταν το 480 π.Χ. οι Έλληνες νικήθηκαν στη μάχη των Θερμοπυλών θριαμβολογούσαν ότι επηρεάζουν του Πέρσες και μπορούν να υποτάξουν τους Φωκείς. Πραγματικά οι Θεσσαλοί μεσολάβησαν στην σωτηρία της πόλης των Δελφών. Για την πολιτική τους αυτή οι Θεσσαλοί και η Δελφικοί Αμφικτιονία που έλεγχαν, δεν κλήθηκαν στα πανελλήνια συνέδρια του Ισθμού (φθινόπωρο του 481 π.Χ. και άνοιξη του 480 π.Χ.) όπου οι Έλληνες αποφάσισαν να αμυνθούν εναντίον του Περσικού κινδύνου. Και η επιτροπή που παρουσιάστηκε στο δεύτερο συνέδριο, ισχυριζόμενη ότι οι Θεσσαλοί διαφωνούν με τη φιλοπερσική στάση των Αλευάδων και θέλουν να αντισταθούν, δεν έγινε πιστευτή, επειδή απαίτησε να παρατάξουν τις γραμμές άμυνας στα Τέμπη, για να μην πέσει το βάρος στου Θεσσαλούς. Αλλά όλοι γνώριζαν ότι τα Τέμπη δεν ήταν η μοναδική οδός προσπέλασης. Ωστόσο στη μάχη των Πλαταιών (479 π.Χ.) το θεσσαλικό ιππικό κράτησε ουδέτερη στάση – ενώ είχε ακολουθήσει τους Πέρσες – συμβάλλοντας έτσι στη νίκη των Ελλήνων.
Κλασική Εποχή (478 - 323 π.Χ.)
Μετά τους Περσικούς Πολέμους οι Αλευάδες, παρόλα αυτά, διατηρούσαν την ταγεία του Κοινού των Θεσσαλών και έδωσαν βοήθεια στους Αθηναίους το 476 π.Χ. στην εκστρατεία του Κίμωνα κατά των Περσών στην Ηιόνα (στο Στρυμώνα) και αργότερα στην κατάληψη της Σκύρου. Οι Σπαρτιάτες όμως με στρατηγό τον Λεωτυχίδα, εκστράτευσαν εναντίον των Θεσσαλών, το 469 π.Χ. και τιμώρησαν τους ολιγαρχικούς για την περσόδουλη συμπεριφορά τους, δημιουργώντας το πρώτο ρήγμα στο κοινό των Θεσσαλών. Η Σκοτούσα και οι Φέρες, καθώς και τμήμα της Αχαΐας Φθιώτιδας αποσπάστηκαν από τη νομισματική ένωση των Αλευάδων. Η κεντρική εξουσία, με εκπρόσωπο τον ταγό, έχασε την ισχύ, όταν οι πλούσιες οικογένειες απέκτησαν δύναμη. Αυτό φάνηκε στη μάχη της Τανάγρας, το 457 π.χ., με τη στροφή του θεσσαλικού ιππικού υπέρ των Σπαρτιατών, ενώ είχε σταλεί να στηρίξει τους Αθηναίους. Στη μάχη σκοτώθηκε ο Εχεκρατίδας της Φαρσάλου και ο γιος του Ορέστης κατέφυγε στην Αθήνα, η οποία επιχείρησε το 454 π.χ. να τον επαναφέρει, χωρίς αποτέλεσμα. Το θεσσαλικό ιππικό στήριζε τώρα τις επαναστατημένες πόλεις.
Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο (431-404 π.χ.) η Θεσσαλία κράτησε αποστάσεις, ακόμα κι όταν θιγόταν άμεσα, όπως το 424 π.χ. όταν ο Σπαρτιάτης Βρασίδας διάβηκε τη χώρα. Ταγός ήταν ο Φαρσάλιος Δάοχος (432-405 π.χ.) και στην εποχή του σε όλη τη Θεσσαλία επικρατούσαν η ειρήνη και η ευημερία, σύμφωνα με το ιστορικό επίγραμμα που χάραξε ο εγγονός του Δάοχος το δεύτερα μισό του 4ου αιώνα π.Χ. Ο ταγός ουσιαστικά ήταν ανίσχυρος και το Κοινό των Θεσσαλών ήταν στα χέρια ορισμένων οικογενειών της αριστοκρατίας, οι οποίοι αψηφούσαν και αυτή την ύπαρξη της συνέλευσης. Το 405/4 π.Χ. ο Λυκόφρων με την υποστήριξη των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων ήθελε να επεκτείνει την κυριαρχία του σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Αλλά το 402 π.Χ. ο Λαρισαίος Αλευάδης, Αρίστιππος. επανέφερε το παλαιό καθεστώς.
Σημαντική προσωπικότητα του 4ου αιώνα π.Χ. υπήρξε ο lάσων, τύραννος των Φερών (380-370 π.χ.). Διάδοχος, ίσως και γιος του Λυκόφρονα, κατόρθωσε να επιβληθεί σε ολόκληρη τη Θεσσαλία και αναγνωρίστηκε ταγός. Συνεργάστηκε με τον Πολυδάμα της Φαρσάλου, τον Αλκέτα της Hπείρου και τον Αμύντα Γ’ της Μακεδονίας. Το όνομά του αναφέρεται επίσης στη Β' Αθηναϊκή Συμμαχία το 375 π.χ. και είχε φιλικές σχέσεις με τους Θηβαίους. Απέβλεπε στην ένωση όλων των Ελλήνων και σε κοινή εκστρατεία κατά των Περσών, ιδέα που υποστήριζε και ο ρήτορας Ισοκράτης. Άφησε εποχή ο μεγάλος αριθμός ζώων που έστειλε στα Πύθια για θυσία το 370 π.χ., ενώ παράλληλα κινητοποίησε το στρατό του με σκοπό τον έλεγχο της Αμφικτιονίας. Αλλά την ίδια χρονιά δολοφονήθηκε. Τον διαδέχθηκαν τα αδέλφια του, Πολύδωρος και Πολύφρονας, που είχαν επίσης βίαιο τέλος, για να επικρατήσει ο γιος του Πολυδώρου Αλέξανδρος των Φερών (369-358 π.Χ.). Οι συγκρούσεις και τα αιματηρά γεγονότα συνεχίστηκαν. Οι Θεσσαλοί ζήτησαν τη βοήθεια του Αλέξανδρου Β' της Μακεδονίας, ο οποίος έσπευσε πρόθυμα, αλλά κράτησε τις πόλεις που απέσπασε από τον Αλέξανδρο των Φερών. Τότε κάλεσαν σε βοήθεια τους Βοιωτούς, οι οποίοι έστειλαν το Θηβαίο Πελοπίδα. που επεβλήθη, αλλά στη Φάρσαλο αιχμαλωτίστηκε από τον Αλέξανδρο των Φερών, ο οποίος προσάρτησε την Αχαΐα Φθιώτιδα, τη μισή Μαγνησία και μεγάλο τμήμα της Πελασγιώτιδας. Ο Πελοπίδας ελευθερώθηκε από τον Επαμεινώνδα κατόπιν διαπραγματεύσεων, αλλά το 364 π.Χ. σκοτώθηκε στη μάχη στις Κυνός Κεφαλές, όπου ηττήθηκε ο Αλέξανδρος των Φερών. Οι Θεσσαλοί θρήνησαν τον Πελοπίδα και έστησαν το άγαλμά του στους Δελφούς. Το 363 π.χ. Θεσσαλοί και Βοιωτοί συνέτριψαν τον Αλέξανδρο των Φερών, ο οποίος δολοφονήθηκε το 358 π.Χ. Το 352 π.Χ. κύριος της Θεσσαλίας έγινε ο βασιλιάς της Μακεδονίας Φίλιππος Β' και τη διαίρεσε σε τετράδες, με πρόσωπα της εμπιστοσύνης του. Ο Αλέξανδρος ανανέωσε τη συμφωνία με τα ίδια δικαιώματα που είχε ο Φίλιππος. Στην εκστρατεία του στην Ασία, το 334 π.χ., χρησιμοποίησε το αήττητο θεσσαλικό ιππικό και στο επιστημονικό επιτελείο του περιέλαβε αρκετούς Θεσσαλούς, όπως το μηχανικό Διάδη, το γεωγράφο Μήδιο, τον ιστορικό Κύρσιλο, τον ιδρυτή της Αρμενίας, Άρμενο.

Ελληνιστική & Ρωμαϊκή Εποχή (323 π.Χ. - 324 μ.Χ.)
Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου οι Θεσσαλοί ακολούθησαν την αντιμακεδονική πολιτική του Αθηναίου Λεωσθένη και το ιππικό τους έλαβε μέρος στο Λαμιακό Πόλεμο, το 322 π.Χ. Αλλά το 321 π.Χ. επεβλήθη ο Μακεδόνας στρατηγός Πολυσπέρχων και η Θεσσαλία έμεινε με τους Μακεδόνες έως τη Ρωμαιοκρατία (197 π.Χ.). Ιστορική χρονολογία της Ελληνιστικής Εποχής θεωρείται το 293 π.Χ., όταν ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ίδρυσε τη Δημητριάδα στον Παγασητικό κόλπο, θέση στρατηγικής σημασίας και ισχυρός στρατιωτικός σταθμός, από όπου επόπτευαν όλη τη Θεσσαλία. Γρήγορα εξελίχθηκε σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο, όπως και οι Παγασές στην αρχαιότητα, που βρίσκονταν κάπου εδώ.
Οι Θεσσαλοί επιχείρησαν αρκετές φορές να αποσπαστούν από τους Μακεδόνες, όπως 278 π.Χ., με την αποτυχημένη εισβολή των Γαλατών του Βρέννου, αλλά όταν έγινε βασιλιάς ο γιος του Δημητρίου, Αντίγονος Γονατάς, το 277 π.Χ. επανέφερε την τάξη. Το 229 π.Χ. οι Θεσσαλοί, με την υποστήριξη των Αιτωλών εξεγέρθηκαν και η Αχαΐα Φθιώτιδα, η Θεσσαλιώτιδα και η Εστιαιώτιδα έγιναν μέλη της Αιτωλικής Συμπολιτείας. Ο Φίλιππος Ε' το 220 π.Χ. απαίτησε από τους Αιτωλούς τα εδάφη και ξέσπασε ο λεγόμενος Συμμαχικός Πόλεμος, που έκλεισε με την επιστροφή των εδαφών, στη συνθήκη του 206 π.Χ. Όλες αυτές οι έριδες έφθειραν τις ελληνικές πόλεις και τις οδήγησαν στην υποτέλεια. Οι Ρωμαίοι εμφανίστηκαν σαν σωτήρες και το 197 π.Χ. στη μοιραία για το Φίλιππο Ε' και τους Έλληνες μάχη, στις Κυνός Κεφαλές, θεμελίωσαν την κυριαρχία τους στο απέραντο ελληνικό κράτος. Στη Θεσσαλία επανέφεραν το παλαιό καθεστώς με τις τετράδες, τους άρχοντες, τον ταγό και το Κοινό των Θεσσαλών. Ο Φίλιππος Ε' πέθανε το 179 π.Χ. και τον διαδέχθηκε ο γιος του Περσέας. ο τελευταίος βασιλιάς της Μακεδονίας προσπάθησε να οργανώσει το κράτος του, αλλά κατηγορήθηκε από τους Ρωμαίους για επεκτατισμό. Ακολούθησε ο Γ' Μακεδονικός Πόλεμος, που οδήγησε στην ήττα του Περσέα, στην Πίδνα το 168 π.Χ. Η ρωμαϊκή προπαγάνδα είχε κάνει το θαύμα της. Το μακεδονικό κράτος διαλύθηκε και η ρωμαϊκή σύγκλητος ανακήρυξε «ανεξάρτητη» τη Θεσσαλία. Με την ίδια απόφαση κατεδαφίστηκαν τα τείχη της Δημητριάδας. Και όταν εμφανίστηκε ο Μητροφάνης, στο δεύτερο χρόνο του Μιθριδατικού Πολέμου (88-86 π.Χ.) οι κάτοικοι έντρομοι, δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν για την αναστήλωση των τειχών τις γραπτές επιτύμβιες στήλες της νότιας νεκρόπολης. Οι στήλες καλύφθηκαν με ωμές πλίθες και διατήρησαν τα χρώματά τους.
Οι θεσσαλικές πόλεις δοκιμάστηκαν και στο ρωμαϊκό εμφύλιο, όπως οι Γόμφοι. Στη συνέχεια οι Ρωμαίοι αφού απογύμνωσαν την Ελλάδα από καθετί πολύτιμο, τη μετέβαλαν σε ρωμαϊκή επαρχία.

Βυζαντινή Εποχή (324 – 1204)
Στη Θεσσαλία, ο χριστιανισμός διαδόθηκε από τον 1ο αιώνα, με πρώτη εστία την Υπάτη και κήρυκα τον Ηρωδίωνα, έναν από τους 70 αποστόλους. Το 2ο αιώνα τα μεγαλύτερα αστικά κέντρα ήταν η Υπάτη, η Λάρισα, η Δημητριάδα και οι Φθιώτιδες Θήβες. Ο χριστιανισμός προοδευτικά παγιώθηκε και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο, το 325, παραβρέθηκαν και οι επίσκοποι Λαρίσης, Αχίλλιος, και Τρίκκης, Θεόδωρος.
Τα σωζόμενα ερείπια μαρτυρούν ακμαίο κοινωνικό και οικονομικό βίο στη Θεσσαλία τον 4ο αιώνα. Η Μητρόπολη της Λάρισας κατείχε την πρώτη θέση στην πολιτική και την εκκλησιαστική διοίκηση. Αλλά τα περισσότερα και σημαντικότερα παλαιοχριστιανικά μνημεία αποκαλύφθηκαν στις Φθιώτιδες Θήβες και στη γειτονική Δημητριάδα. Χρονολογικά ανήκουν στους ύστερους χρόνους της Ρωμαιοκρατίας και στην Παλαιοχριστιανική Εποχή, έως και τον 7ο αιώνα. Ναοί, βαπτιστήρια, κοιμητήρια και κοσμικά κτίρια ήρθαν στο φως, όλα πλούσια διακοσμημένα, με ανάγλυφα και κυρίως με ψηφιδωτά εξαιρετικής τέχνης, Στοιχεία για τη Βυζαντινή Θεσσαλία χορηγήθηκαν από την αρχαιολόγο Ασπασία Ντίνα. Από τον 4ο αιώνα άρχισαν και οι επιδρομές των εχθρών της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Για να προστατεύσει τους πληθυσμούς ο Ιουστινιανός (527-565) οχύρωσε τις πόλεις. Συχνότερες ήταν οι σλαβικές, τον 6ο αιώνα. Ένα από τα σλαβικά φύλα, οι Βελεγιζίτες, θεωρούνται υπαίτιοι της καταστροφής των μνημείων στις Φθιώτιδες Θήβες τον 7ο αιώνα.
Με τη διοικητική μεταρρύθμιση η Θεσσαλία εντάχθηκε στο Θέμα της Ελλάδας με πρωτεύουσα τη Λάρισα, Τον 8ο και τον 9ο αιώνα, παρά τις ληστρικές επιδρομές Βουλγάρων και Σαρακηνών, η Θεσσαλία γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση.
Την εποχή του Βασιλείου Β' (976-1025) βουλγάρικα στίφη με αρχηγό το Σαμουήλ κατέλαβαν τη Λάρισα, το 986, σκορπίζοντας το θάνατο στους κατοίκους, Η χώρα απελευθερώθηκε από το στρατηγό Νικηφόρο Ουρανό το 997, ο οποίος νίκησε τους Βούλγαρους στη μάχη του Σπερχειού. Τον 11ο αιώνα η Θεσσαλία δέχτηκε τις επιδρομές των Νορμανδών, που ερήμωσαν τη χώρα και πολιόρκησαν τη Λάρισα. Ο διοικητής του θέματος, Λέων Κεφαλάς αμύνθηκε επί έξι μήνες και με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Αλεξίου Α' Κομνηνού (1081-1118) έτρεψε σε φυγή τους πολιορκητές. Τους αγώνες κατά των Νορμανδών περιγράφει στο βιβλίο της «Αλεξιάς» η κόρη του Αλεξίου Α', Άννα Κομνηνή, και δίνει αρκετές πληροφορίες για τη Θεσσαλία εκείνης της εποχής.
Σημαντικό εμπορικό κέντρο το 12ο αιώνα ήταν ο Αλμυρός, όπου είχαν εγκατασταθεί Βενετοί, Πισάτες, Γενουάτες και Εβραίοι έμποροι. Όταν το 1171 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α' Κομνηνός έδωσε διαταγή να συλληφθούν οι Βενετοί της αυτοκρατορίας, οι τελευταίοι μπήκαν σε πλοία και διέφυγαν, αλλά ακολούθησαν τα αντίποινα. Το 1181 οι Βενετοί επέστρεψαν και λεηλατώντας τα ελληνικά παράλια στο Αιγαίο έφτασαν ως τη Θεσσαλία.


Υστεροβυζαντινή Εποχή (1204 – 1393)
Με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους σωτήρες των Αγίων Τόπων, Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας (1204), η Θεσσαλία παραχωρήθηκε στο λομβαρδικό βασίλειο του Βονιφάτιου του Μομφερατικού, ο οποίος τη μοίρασε σε τρεις αξιωματούχους του στρατού του, με κέντρο τη Λάρισα, το Βελεστίνο και τις Φθιώτιδες Θήβες. Η Φραγκοκρατία κράτησε ως το 1222. Στη συνέχεια προσαρτήθηκε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και το 1246 στην αυτοκρατορία της Νίκαιας, ενώ ο Ιωάννης Α', νόθος γιος του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ, ίδρυσε το ισχυρό Δεσποτάτο της Θεσσαλίας, με πρωτεύουσα τις Νέες Πάτρες (Υπάτη). Το κρατίδιο, που εκτεινόταν από τον Όλυμπο ως τον Παρνασσό, διεκδικούσαν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (1261-1282) και οι δεσπότες της Ηπείρου, ως την τελική διάλυση του, το 1303. Στη Θεσσαλία εγκαταστάθηκαν αρκετές βυζαντινές οικογένειες.
Το 1309 η Θεσσαλία λεηλατήθηκε από τους Καταλανούς, οι οποίοι το 1311 με ηγέτη το δούκα των Αθηνών Αλφόνσο κατέλαβαν τον Αλμυρό και τη Δημητριάδα, μετά την περίφημη μάχη του Αλμυρού. Το 1333 επανέκτησε τη Θεσσαλία ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης Ανδρόνικος Γ’, ο οποίος προσπάθησε να συνεργαστεί με τη Δύση, για κοινή εκστρατεία κατά των Τούρκων. Στα μέσα του 14ου αιώνα οι Βυζαντινοί με τις διαμάχες τους (Ανδρόνικος Γ’ και Καντακουζηνός) προκάλεσαν την επέμβαση των Σέρβων, καθώς και των Τούρκων. Το 1342 παραχωρήθηκαν ορισμένα εδάφη της Θεσσαλίας στους Σέρβους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την κατάσταση κατέλαβαν όλη την περιοχή (1346-1348) με ηγέτη το στρατηγό του Στέφανου Δουσάν, Θωμά Πρελούμπο. Την εποχή των Σέρβων γνώρισαν μεγάλη άνθηση τα μοναστήρια. Στα Μετέωρα ιδιαίτερα ιδρύθηκαν αρκετά μοναστήρια, επειδή οι Σέρβοι αναγνώριζαν τα χρυσόβουλα και τα επίσημα έγγραφα που κατοχύρωναν την εκκλησιαστική περιουσία.
Παρά τους πολέμους και τις θεομηνίες, η εποχή σώζει αξιόλογα μνημεία, βυζαντινής αρχιτεκτονικής και αγιογραφίας, όπως το ναό της Πόρτα - Παναγιάς στην Πύλη (ιδρύθηκε το 1283 από τον Ιωάννη Α’), τη μονή της Παναγίας της Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα (ιδρύθηκε από τον Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο, 1282 - 1328), τη μονή της Υπαπαvτής των Μετεώρων (1366).

Τουρκοκρατία & Νεότεροι Χρόνοι (1423 - 1881)
Η παρουσία των Τούρκων στη Θεσσαλία σημειώνεται από το τέλος του 14ου αιώνα, όταν ο σουλτάνος Βαγιαζίτ πέρασε στην Ευρώπη το 1393 και από τη Μακεδονία κατέβηκε στη Θεσσαλία. Οριστικά την κατέλαβε ο Μουράτ Β' το 1423 και εγκατέστησε 5.000 - 6.000 «φίλεργους εμπειροπόλεμους χωρικούς» από το Ικόνιο της Μικράς Ασίας για να καλλιεργούν τη γη. Οι Θεσσαλοί δοκιμάστηκαν από την καταπίεση των Τούρκων. Πολλοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις δυσπρόσιτες άγονες ορεινές περιοχές του Πηλίου και των Αγράφων, εγκαταλείποντας την εύφορη πεδιάδα, όπου η ζωή των αγροτών ήταν αβάσταχτη, καθώς η σχέση με τους γαιοκτήμονες ήταν δουλοπαροικιακή, όπως στην αρχαιότητα των πενεστών. Οι ίδιοι και τα παιδιά τους εργάζονταν υποχρεωτικά στο ίδιο τιμάριο και πλήρωναν φόρους νόμιμους και αυθαίρετους. Οι πλημμύρες, οι φτωχές σε παραγωγή χρονιές και η ελονοσία συμπλήρωναν την εξαθλίωση.
Οι Τούρκοι για να εξασφαλίσουν την τάξη ίδρυσαν στα θεσσαλικά Άγραφα το πρώτο αρματολίκι, θεσμός που στα μέσα του 15ου αιώνα καθιερώθηκε σε όλη την περιοχή των Βαλκανίων. Με τη Συνθήκη του Ταμασίου εξάλλου, που υπογράφηκε στην ομώνυμη θέση της περιοχής της Καρδίτσας, το 1525 χορηγήθηκαν προνόμια στους κατοίκους των Αγράφων, όπου απαγορευόταν η εγκατάσταση Τούρκων - εκτός από το Φανάρι - επιτρεπόταν η ελεύθερη επικοινωνία με την πεδιάδα και πλήρωναν 50.000 γρόσια το χρόνο. Το ποσό άφηναν οι κοινότητες στην Πύλη. Σταθμός στην ιστορία της Θεσσαλίας υπήρξε η επανάσταση του μητροπολίτη Λαρίσης Διονυσίου του Σκυλοσόφου το 1600, ο οποίος κήρυξε ένοπλο κατά των Τούρκων αγώνα. Το κίνημα απέτυχε και τα αντίποινα των κατακτητών - σφαγές, λεηλασίες, εξανδραποδισμοί - αποδεκάτισαν τον πληθυσμό. Το 1611 ο Διονύσιος οργάνωσε νέο κίνημα από την Ήπειρο. Ο ίδιος θανατώθηκε, ενώ Θεσσαλοί και Ηπειρώτες δοκιμάστηκαν ξανά από τις τουρκικές ωμότητες. Φοβερές επιδημίες στα 1667 και 1768, θανατικά στα 1719 και 1742 και οι καταστροφικές πλημμύρες του Πηνειού στα 1684 και 1729 αποδεκάτισαν και πάλι τον πληθυσμό. Μεγάλο πλήγμα υπέστη ο ελληνικός λαός μετά τα Ορλωφικά (1770 - 1774), όταν οι Τούρκοι πυρπόλησαν τους οικισμούς, κατέστρεψαν τη μοναδική εκκλησία που είχε απομείνει στη Λάρισα, του Αγίου Αχιλλείου, άρπαξαν τις περιουσίες των πλουσίων και αφάνισαν τους κατοίκους. Έτσι τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης στη Λάρισα δεν υπήρχε χριστιανική εκκλησία, αλλά υπήρχαν συναγωγή και 24 τζαμιά.
Την εποχή αυτή αναπτύχθηκαν σημαντικά βιοτεχνικά κέντρα στη Θεσσαλία. Ονομαστές ήταν οι κόκκινες βαφές από το ριζάρι, τα μάλλινα νήματα, το μετάξι, τα υφαντά, οι επενδύτες, που τρoφοδoτoύσαν τις ξένες αγορές. Ο Τύρναβος, η Τσαριτσάνη, η Ραψάνη και προπάντων τα Αμπελάκια με τον πρωτοποριακό συνεταιρισμό τους ανέπτυξαν βιοτεχνίες βαφής και υφαντουργία. Η Ζαγορά, που φημιζόταν για το μετάξι και τους μάλλινους επενδύτες, διέθετε αξιόλογο εμπορικό στόλο και οι κάτοικοι διακρίθηκαν για τη ναυτιλιακή δραστηριότητα. όπως αργότερα, ο Βόλος και το Τρίκερι. Στα τέλη του 18ου αιώνα και αρχές του 19ου αιώνα χτίστηκαν πολλά αρχοντικά, μοναστήρια, εκκλησίες και σχολεία. Σπουδαιότερα σχολεία ήταν το Ελληνομουσείο της Ζαγοράς και η Σχολή των Μηλέων, ενώ σχολεία των κοινών γραμμάτων υπήρχαν σχεδόν σε όλα τα χωριά της Θεσσαλίας. Την εποχή αυτή διακρίθηκαν αρκετοί Θεσσαλοί στα γράμματα και συνέβαλαν στον ξεσηκωμό του γένους. Όπως ο Ρήγας Φεραίος, ο Άνθιμος Γαζής, ο Γρηγόριος Κωνσταντάς, ο Δανιήλ Φιλιππίδης, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, ο Θεόκλης Φαρμακίδης, ο Στέφανος Κομμητάς, Έλληνες της διασποράς που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία.
Παρ' ότι ήταν συγκεντρωμένες ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Λάρισα και τα Τρίκαλα, τα χωριό του Πηλίου και το Τρίκερι επαναστάτησαν στις αρχές Μαΐου 1821 αλλά η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα από το Δράμαλη το 1822. Άκαρπη απέβη και η προσπάθεια αναζωπύρωσης το 1823. Σημαντική όμως υπήρξε η συμμετοχή των Θεσσαλών στους αγώνες στη Στερεά και την Πελοπόννησο. Παρόντες ήταν και στις εθνικές συνελεύσεις. Η Θεσσαλία έμεινε έξω από τα σύνορα του ανεξάρτητου ελληνικού κρότους. Λίγα χρόνια αργότερα. το 1841, στη διάρκεια του Τουρκοαιγυπτιακού πολέμου, Κρήτη και Θεσσαλία επαναστάτησαν χωρίς αποτέλεσμα. Νέο επαναστατικό κίνημα εκδηλώθηκε το 1854 στη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου, όταν ο ελληνισμός πίστεψε πως είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή. Μακεδονία. Ήπειρος και Θεσσαλία ξεσηκώθηκαν. Τον αγώνα άρχισαν 300 Μακεδόνες με επικεφαλής το Θεόδωρο Ζιάκα. Τους επαναστάτες ενίσχυσε το Σώμα τον Ολυμπίων και στις 12 Μαρτίου 1854 κατέλαβαν το χωριό Πλάκα. Οι συγκρούσεις με τις τουρκικές φρουρές συνεχίστηκαν στο Φανάρι, στο Δομοκό, στο Βόλο, στα Φάρσαλα και στις 9 Μαΐου η νίκη των Ελλήνων στην Καλαμπάκα, εναντίον ισχυρής τουρκικής δύναμης τρόμαξε τους φίλους Άγγλους και Γάλλους, οι οποίοι ζήτησαν από την ελληνική κυβέρνηση να αποδοκιμάσει τον απελευθερωτικό αγώνα.
Νέα εξέγερση εκδηλώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, το 1877, στη διάρκεια νέου Ρωσοτουρκικού πολέμου όταν οι Θεσσαλοί κατέλαβαν τη μονή Σουθριάς κοντά στο Βόλο, που ανακατέλαβαν οι Τούρκοι. Στα μέσα Ιανουαρίου 1878 το Πήλιο επαναστάτησε, σχημάτισε προσωρινή διοίκηση και κήρυξε την ένωση με το ελεύθερο κράτος. Το επαναστατικό στρατηγείο εγκαταστάθηκε στη Ζαγορά. Επαναστατικός πυρήνας δημιουργήθηκε και στα θεσσαλικά Άγραφα. Αλλά και πάλι οι φιλικές προς την Τουρκία δυνάμεις υποχρέωσαν την Ελλάδα να ανακαλέσει τις δυνάμεις του στρατού που είχαν μπει στη Θεσσαλία. Η τύχη της Θεσσαλίας κρίθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου τον lούνιο του 1878, που είχε συνέλθει για την αναθεώρηση της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, με την οποία τερματιζόταν ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Οι αντιπρόσωποι των δυνάμεων δέχθηκαν την ένωση της Θεσσαλίας και μέρους της Ηπείρου, με την Ελλάδα, όμως η απόφαση δεν συμπεριλήφθηκε στη Συνθήκη του Βερολίνου εξαιτίας της επιμονής της Τουρκίας, αλλά σε πρωτόκολλο. Ύστερα από επίπονες διαπραγματεύσεις συναντήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων και στις 26 Μαρτίου/7 Απριλίου 1881 γνωστοποιήθηκε στην ελληνική κυβέρνηση η απόφαση προσάρτησης της Θεσσαλίας που άφηνε όμως έξω την περιοχή της Ελασσόνας. Οι σχετικές συμβάσεις υπογράφηκαν μεταξύ Μεγάλων Δυνάμεων και Τουρκίας στις 12/24 Μαΐου και Ελλάδος - Τουρκίας στις 20 Ιουνίου/2 Ιουλίου 1881. Στον Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 η Θεσσαλία δοκιμάστηκε και πάλι όταν ο στρατός αναγκάστηκε να υποχωρήσει ως την περιοχή της Λαμίας, όπου υπογράφηκε ανακωχή, με νέα όρια. σε βάρος της Ελλάδας. Οι υπόλοιπες περιοχές της Θεσσαλίας απελευθερώθηκαν στους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912 - 1913, ενώ είχε προηγηθεί η μεγάλη αγροτική επανάσταση το 1910. Μετά την απελευθέρωση η Θεσσαλία αναπτύχθηκε οικονομικά, δημογραφικά και πολιτιστικά. Σημαντική υπήρξε η συμβολή της στον αντιστασιακό αγώνα στη γερμανική κατοχή στα 1941 - 1944, για αυτό αντιμετωπίστηκε με ιδιαίτερη σκληρότητα από τους εχθρούς.

Ιστορία νομού Τρικάλων - Η πόλη των Τρικάλων
Ο νομός κατοικείται από τα πανάρχαια χρόνια. Παλαιολιθικά δείγματα κατοίκησης έχουν διαπιστωθεί στο σπήλαιο της Θεόπετρας, όπου βρέθηκαν εργαλεία Μέσης Παλαιολιθικής Εποχής (33000 - 8000 π.Χ.). Το σπήλαιο συνέχισε να κατοικείται ως το τέλος της Νεολιθικής Εποχής με αρχές Χαλκοκρατίας (2800 π.Χ.) που εγκαταλείφθηκε. Βρέθηκαν κομμάτια από αγγεία της Αρχαιότερης Νεολιθικής Εποχής (6000 - 5000 π.Χ.) με εμπίεστες νυχιές και γραπτά της Μέσης Νεολιθικής (5000 - 4000 π.Χ.). Νεολιθικές θέσεις έχουν εντοπιστεί κοντά στο χωριό Μεγάλο Κεφαλόβρυσο, 9 χλμ ΒΔ από τα Τρίκαλα, ενώ στην πλατιά μαγούλα Ζάρκου βρέθηκε πήλινο πρόπλασμα σπιτιού, με ειδώλια, προσφορά σε θεμελίωση κατοικίας (Νεότερης Νεολιθικής Εποχής, 5η χιλιετία π.Χ.). Η πρωτεύουσα του νομού συνδέεται με θεότητες της ιατρικής, όπως η νύμφη Τρίκκη. Προστάτιδα της υγείας και της ιατρικής, γεννήθηκε στις όχθες του Ληθαίου και έδωσε το όνομα της στην πόλη. Βασιλιάς της Τρίκκης ήταν ο φημισμένος γιατρός Ασκληπιός και θεωρείται τέκνο της πόλης. Συνέλεγε τα θεραπευτικά βότανά του στο όρος Κερκέτιο (Κόζιακας). Το Ασκληπιείο της Τρίκκης ήταν από τα αρχαιότερα. Η Τρίκκη πήρε μέρος στον Τρωικό Πόλεμο μαζί με την Οιχαλία και την Ιθώμη (Φανάρι Καρδίτσας) με τριάντα πλοία. Ηγήθηκαν τα παιδιά του Ασκληπιού, Μαχάων και Ποδαλείριος, ξακουστοί γιατροί επίσης. Ο Όμηρος ονομάζει την Τρίκκη αλογοθροφούσα και αναφέρεται στο Μαχάονα που γιάτρεψε τον πληγωμένο από βέλος Μενέλαο με βοτάνια που είχε δώσει ο Χείρων στον πατέρα του Ασκληπιό (Ιλ. Δ, 193-219).
Στους Αρχαϊκούς Χρόνους (700 - 478 π.Χ.), όταν ο οργανωτής της Θεσσαλίας Αλεύας Πυρρός καθιέρωσε την τετραρχία. Το κράτος Εστιαιώτις ή Ίστιαιώτις απλωνόταν περίπου στα όρια του σημερινού νομού Τρικάλων. Η ονομασία, όπως γράφει ο Στράβων, οφείλεται στην εγκατάσταση αποίκων από την Ιστιαία της Εύβοιας.
Σπουδαίες πόλεις στην αρχαιότητα ήταν η Τρίκκη και το Αιγίνιον (Καλαμπάκα). Η περιοχή ήταν πυκνοκατοικημένη, κυρίως γύρω από το ποτάμι. Όπως δείχνουν λείψανα οχυρώσεων και ευρήματα, αλλά και φιλολογικές αναφορές, γνωστές πόλεις ήταν επίσης η Οιχαλία, ο Ζάρκος, ο Άτραξ κοντά στο χωριό Πηνειάς, η Φαρκαδών κοντά στον Άτρακα, το Πελινναίο κοντά στο χωριό Πετρόπορος, η Φαλώρεια κοντά στο χωριό Μεγάρχη, η Πιάλεια, το Ποίτνειο κοντά στο χωριό Άγιος Προκόπιος, οι Γόμφοι κοντά στο Μουζάκι Καρδίτσας, η Οξύνεια.
Το 480 π.Χ. οι πόλεις υποτάχθηκαν στους Πέρσες, στην εκστρατεία εναντίον των Ελλήνων. Στη νομισματική ένωση των Θεσσαλών, γύρω στα 470 π.Χ., περιλαμβάνονται Τρίκκη και Φαρκαδών, ενώ το Πελινναίον που ήταν με τη Λάρισα έκοψε δικό του νόμισμα. Το 378 π.Χ. ενώθηκαν με τις άλλες θεσσαλικές πόλεις υπό τον Ιάσονα των Φερών. Το 352 π.Χ. ολόκληρη η Θεσσαλία ενώθηκε με το κράτος του Φιλίππου Β' της Μακεδονίας και το 324 π.Χ. ακολούθησε το Μέγα Αλέξανδρο στην εκστρατεία εναντίον των Περσών.
Με την επικρότηση των Ρωμαίων το 197 π.Χ. η περιοχή της Τρίκκης γνώρισε καταστροφές και ερημώσεις από τις συγκρούσεις Ρωμαίων και Μακεδόνων. Ήταν η μόνη ελληνική δύναμη που αντιστάθηκε πεισματικά, με το Φίλιππο Ε' και το γιο του Περσέα, ο οποίος έδωσε την τελευταία ατυχή μάχη στην Πύδνα το 167 π.Χ.
Ο νομός Τρικάλων δέχτηκε νωρίς το χριστιανισμό. Από τον 1ο κιόλας αιώνα επικράτησε η νέα θρησκεία, η οποία εδραιώθηκε τους επόμενους αιώνες, 4ο, 5ο,6ο, χτίζοντας τους ναούς στη θέση και με τα υλικά των αρχαίων ιερών, όπως στην Τρίκκη, στο Αιγίνιο, στο Ζάρκο. Στα Βυζαντινά Χρόνια η Τρίκκη ονομάστηκε Τρίκαλα και το Αιγίνιο, Σταγοί. Η περιοχή δέχτηκε επιθέσεις από τους εχθρούς της βυζαντινής αυτοκρατορίας - Γότθοι το 396, Ούννοι το 447, Σλάβοι το 577, Σαρακηνοί το 904, Νορμανδοί το 1081. Με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους ελευθερωτές των Αγίων Τόπων, Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας, το 1204. επιβλήθηκε η Φραγκοκρατία. Ο νομός Τρικάλων σύντομα επανήλθε στους Βυζαντινούς (1210-12) του Μιχαήλ Άγγελου Κομνηνού Α' Δούκα, στο Δεσποτάτο της Ηπείρου και αργότερα στο βυζαντινό κράτος, με την επανασύσταση, το 1216. Το εξασθενημένο Βυζάντιο αδυνατούσε να υπερασπιστεί τις επαρχίες του. Από τις αρχές του 14ου αι. νέοι επιδρομείς μαστίζουν την περιοχή, κυρίως Αλβανοί, ενώ οι Σέρβοι του Στέφανου Δουσάν (1331- 1355) κατέλαβαν τη δυτική Θεσσαλία (1348-1371). Δεσπότης της Ηπείρου με έδρα τα Τρίκαλα ορίστηκε ο ετεροθαλής αδελφός του Στέφανου Δουσάν, Συμεών Ούρεσης. Υπήρξε ο τελευταίος Σέρβος διοικητής της Θεσσαλίας, μετά το θάνατο του Στέφανου. Συγγενής της οικογένειας των Φιλανθρωπινών, εγκατέλειψε νωρίς (1381) την εξουσία και έγινε μοναχός. Με το όνομα Ιωάσαφ ίδρυσε το Μεγάλο Μετέωρο, με τον Αθανάσιο Μετεωρίτη.
Στους βράχους των Μετεώρων κατέφυγαν ερημίτες από τον 11ο αιώνα, οι οποίοι με την εισβολή των Τούρκων (1393) αυξήθηκαν και δημιούργησαν πολιτεία ολόκληρη με περισσότερα από είκοσι μοναστήρια. Αιτία η καταπίεση, η βαριά φορολογία και η εξαθλίωση των Ελλήνων, καθώς οι εύφορες εκτάσεις πέρασαν στα χέρια των κατακτητών. Πολλοί κάτοικοι κατέφυγαν σε ορεινές δυσπρόσιτες περιοχές, απολαμβάνοντας την ελευθερία και τα αγαθά της φύσης, σε πραγματικά σκληρές συνθήκες. Εξαιρετικά δείγματα λαϊκής αρχιτεκτονικής στις περιοχές αυτές είναι τα μεγάλα πετρόχτιστα σπίτια και οι εκκλησίες. Αναπτύχθηκε η οικοτεχνία και άνθησε τους τελευταίους ιδίως αιώνες, από τα τέλη του 17ου ως τις αρχές του 19ου αι. Ονομαστά ήταν τα δέρματα και τα μάλλινα υφαντά των Τρικάλων, τα βαμβακερά του Ζάρκου, τα μεταξωτά της Καλαμπάκας.
Στα Τρίκαλα λειτούργησε η περίφημη Σχολή Τρίκκης από το 1543 έως το 1854, με μικρές διακοπές, στον παλαιό ναό της Αγίας Επισκέψεως, όπου δίδαξαν ονομαστοί δάσκαλοι. Το 1856 μεταφέρθηκε μαζί με τη βιβλιοθήκη στο μοναστήρι του Αγίου Βησσαρίωνα ή Δούσικο και ονομάστηκε Ελληνική Σχολή. Τα Τρίκαλα ελευθερώθηκαν το 1881, αλλά μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 περιήλθαν ξανά στους Τούρκους ως το 1898, που ελευθερώθηκαν οριστικά, ύστερα από επαναστάσεις, αγώνες και θυσίες αιώνων. Μεγάλη μορφή του αγώνα υπήρξε ο παπαΘύμιος Βλαχάβας (1808).
Η πόλη των Τρικάλων
Σύγχρονη πόλη, με πολλές ομορφιές, καλή ρυμοτομία, ανοιχτές πλατείες, πάρκα και πεζόδρομους. Είναι χτισμένη στη ΒΔ άκρη του θεσσαλικού κάμπου, κοντά στις υπώρειες των Χασίων και διασχίζεται από το Ληθαίο ποταμό. Οι όχθες, κατάφυτες με πλατάνια και άλλα υδροχαρή, προσφέρονται για περιπάτους και ξεκούραση. Τις συνδέουν γέφυρες που διευκολύνουν την κίνηση των κατοίκων και προσθέτουν στη γραφικότητα της πόλης. Η κεντρική γέφυρα στολίζεται με σιντριβάνι, στην κοίτη του ποταμού. Ο Ληθαίος αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς και ενέπνευσε τους νεότερους λογοτέχνες. Η πόλη έχει αρκετά αξιοθέατα και σώζει καλοχτισμένα αρχοντικά, όπως το κτίριο της παλαιάς εφορίας, στην οδό Γαριβάλδη. Στεγάζει το λαογραφικό μουσείο και την πινακοθήκη. Θα ανακαλύψετε ενδιαφέρουσες γωνιές στην παλαιά συνοικία Βαρούσι, η οποία έχει κηρυχθεί διατηρητέα. Οι ναοί και οι αρχαιότητες προσελκύουν επίσης τους επισκέπτες. Από το λόφο της αρχαίας ακρόπολης, με τα λείψανα του βυζαντινού φρουρίου και το ρολόι, θα δείτε την πόλη από ψηλά. Η αρχαία πόλη, Τρίκκη, πάνω στην οποία είναι χτισμένη η σημερινή, θεωρείται γενέτειρα του Ασκληπιού και της νύμφης Τρίκκης. Αρχαιότατο ιερό του θεού της ιατρικής αναφέρεται από το Στράβωνα (ιστορικός και γεωγράφος, 65 π.Χ. - 23 μ.Χ.). Με το όνομα Τρίκαλα αναφέρεται πρώτη φορά η πόλη από την Άννα Κομνηνή, στην «Αλεξιάδα», τον 11ο αι. Είναι εμπορικό και πνευματικό κέντρο και έχει παράδοση στο τραγούδι. Από εδώ κατάγονται ο Βασίλειος Νταλαμπίρας, η σολίστ Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου και έχει ρίζες ο Δημήτρης Σγούρος. Επίσης τα μεγάλα ονόματα του λαϊκού τραγουδιού: Βασίλης Τσιτσάνης, Απόστολος Καλδάρας, Κώστας Βίρβος, Γιώργος Σαμολαδάς, Μπάμπης Μπακάλης, Χρίστος Κολοκοτρώνης, Δημήτρης Μητροπάνος
Η Περιοχή της Πύλης

Άγιος Βησσαρίων


ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝ (Δούσικο)



Στην ιστορική κοινότητα του Αγίου Βησσαρίωνα (230 μ. υψ.) φθάνουμε είτε ακολουθώντας το δρόμο που οδηγεί σ' αυτήν από τη Φιλύρα, μέσα από ένα ωραιότατο λιβάδι, είτε από τη μεριά της Πύλης που απέχει μόλις δύο χιλιόμετρα. Το χωριό οφείλει το παλιό του όνομα "Δούσικο" σε ένα ενδημικό του τόπου είδος βαλανιδιάς με το (σλαβικό) όνομα Ντούσκο ή Ντουσκάρι.
Ο πρώτος κάτοικος του χωριού φαίνεται εγγεγραμμένος στα μητρώα αρρένων της κοινότητας από το 1832, όταν αυτή υπαγόταν στο επαρχείο Ντουσκάρ.
Το Δούσικο, χτισμένο δίπλα στον Πορταϊκό ποταμό, διαθέτει πολύ υγιεινό κλίμα, το οποίο απολαμβάνουν οι 1.100 κάτοικοί του (το χειμώνα - αυξάνονται σε 1280 το καλοκαίρι), γεωργοί και κτηνοτρόφοι, αλλά και "πετράδες" (χτίστες της πέτρας) - και μαζί τους οι εποχιακοί επισκέπτες. Σε μικρή απόσταση από το χωριό βρίσκεται το δάσος "Λάκκα της Στεφανής" και το εκτροφείο θηραμάτων του Κόζιακα.
Οι κοντινότερες κορυφές του Κόζιακα είναι η Κρανιά (1.100 μ.) και η Φουρκέτσα (500 μ.). Ένας νερόμυλος, ο Νιζερός, σώζεται 2 χλμ. από το χωριό καθώς και οι βρύσες Ψηλές Βρύσες, Γιαννάκη Βρύση και Γαβριήλ Βρύση. Η τελευταία συνδέεται με το χωριό με παλιό μονοπάτι, σ' όλο το μήκος του οποίου συναντά κανείς πέτρινες κατασκευές. Ωραίος χώρος για αναψυχή, όπου βγαίνουν οι κάτοικοι την Πρωτομαγιά, είναι το λιβάδι Ντάρα.
Το χωριό συνδέθηκε με την περίφημη μονή του Σωτήρος των Μεγάλων Πυλών, που βρίσκεται σε απόσταση 5 χλμ. από κει, ανεβαίνοντας σε υψόμετρο 750 μ. στις πλαγιές του Κόζιακα. Το μοναστήρι επανιδρύθηκε μεταξύ 1527 - 1535 από τον Άγιο Βησσαρίωνα, αρχιεπίσκοπο Λαρίσης, όταν ο άγιος ήταν έξαρχος Σταγών.
Στη θέση της εκκλησίας που έχτισε ο Άγιος Βησσαρίων με τη βοήθεια του αδελφού του Ιγνατίου οικοδομήθηκε εκ βάθρων στα 1557 το σημερινό καθολικό της μονής από τον μητροπολίτη Λαρίσης Νεόφυτο Β' και τους επισκόπους Δημητριάδος Ιωσήφ, Λιτζάς Λουκά και Φαναρίου Μαρτύριο (όπως μαρτυρά η κτιτορική επιγραφή). Το καθολικό, που τιμάται στο όνομα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, ακολουθεί τον αγιορείτικο τύπο του σταυροειδούς τετρακιόνιου, με δύο (σήμερα) τρούλους και κόγχες στην βόρεια και νότια πλευρά του. Η αγιογράφησή του έγινε από τον Κωνσταντινουπολίτη ζωγράφο Τζώρτζη. Το ξυλόγλυπτο τέμπλο είναι μεταγενέστερο, του 1813. Το άλλοτε πλούσιο μοναστήρι με τα 365 κελιά και την πλούσια βιβλιοθήκη, που αναδείχθηκε σε πνευματικό κέντρο του νεότερου ελληνισμού, λειτουργεί σήμερα με λίγους μοναχούς που φυλάσσουν τα κειμήλιά του. Ανάμεσα σ' αυτά είναι και η κάρα, η διαθήκη με την ιδιόχειρη υπογραφή, το ραβδί και τα άμφια του Αγίου Βησσαρίωνα.
Ο τάφος του Αγίου σώζεται στο κοινοτικό νεκροταφείο, ενώ μέσα στο ίδιο το χωριό οι ντόπιοι δείχνουν τη θέση του σπιτιού του και μετοχίου της μονής. Στα 1823 το μοναστήρι καταστράφηκε και οι 2000 τόμοι της βιβλιοθήκης του κάηκαν από τους Αλβανούς του Σ. Κόρτζια. Στα 1943 το μοναστήρι έπαθε νέες καταστροφές από πυρκαγιά.
Ο Άγιος Βησσαρίων πανηγυρίζει στη γιορτή του Αγίου Πνεύματος και στη μνήμη του Αγίου από τον οποίο πήρε το σημερινό του όνομα, στις 14 Σεπτεμβρίου. Παραμονή του Αγίου Βησσαρίωνα οι κάτοικοι του χωριού ανεβαίνουν στο μοναστήρι για προσκύνημα και ξημερώνουν εκεί για το πανηγύρι του Αγίου.


H ΠΑΝΑΓΙΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΠΥΛΩΝ (ΠΟΡΤΑ - ΠΑΝΑΓΙΑ)


Απέναντι από την Πύλη, στον συνοικισμό της Πόρτα - Παναγιάς βρίσκεται ο ονομαστός ομώνυμος βυζαντινός ναός, ο οποίος παλαιότερα αποτελούσε το καθολικό σταυροπηγιακής μονής, η οποία έφερε το όνομα της Ακαταμαχήτου Θεοτόκου. Αυτή διαλύθηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Ο ναός κτίστηκε το 1283 από τον σεβαστοκράτορα Ιωάννη Άγγελο Κομνηνό Δούκα, νόθο γιο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Δούκα.
Αποτελείται από τον κυρίως ναό και τον μεταγενέστερο (κατ' άλλους προγενέστερο) εξωνάρθηκα.
Η Ι. Μ. Μεγάλων Πυλών, που περιελάμβανε και το ναό της Πόρτας Παναγίας, στα βυζαντινά χρόνια ήταν μια πλούσια σταυροπηγιακή μονή (υπαγόταν δηλ. κατευθείαν στον πατριάρχη) με πολλά κτήματα, τα οποία, όταν η μονή διαλύθηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, δόθηκαν στους κατοίκους της γειτονικής Πόρτας, ενώ ο ναός με σιγιλλιώδες γράμμα του 1843, περιήλθε στην κυριότητα της Ι. Μ. Δουσίκου. Ο ναός Πόρτα Παναγιά, είναι σταυρεπίστεγη τρίκλιτη βασιλική που έχει κτισθεί πάνω σε αρχαίο ναό. Αυτό μαρτυρούν οι κίονες οι οποίοι ευρίσκονται στο χώρο γύρωθεν του ναού, όπως και η ύπαρξη πολλών αρχιτεκτονικών μελών είτε εντοιχισμένων είτε περισυλλεγέντων κατά καιρούς, που σήμερα φυλάσσονται στο ναό. Ο ναός τούτος ακολουθεί τον ίδιο αρχιτεκτονικό τύπο με τον ναό της κάτω Παναγιάς, στην Άρτα.
Στα δυτικά του ναού, υφίσταται ευρύς εξωνάρθηκας που ακολουθεί τον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλο και χρονολογείται στα τέλη του 14ου αι. Ο ναός πέραν της ιδιόρρυθμης αρχιτεκτονικής έχει να παρουσιάσει και πλούσιο γλυπτό, ψηφιδωτό και γραπτό διάκοσμο, που δυστυχώς η πυρκαγιά του 1855 τον κατέστρεψε. Από τον γλυπτό διάκοσμο διασώθηκαν αποσπασματικά κιονόκρανα, που έστεφαν τους κίονες και τμήμα του μαρμάρινου τέμπλου στην Πρόθεση και το κεντρικό κλίτος. Από τον ψηφιδωτό διάκοσμο διασώθηκαν - οι μοναδικές στον Ελλαδικό χώρο τόσο για την τεχνική και τεχνοτροπία όσο και για την ιδιόρρυθμη ανάστροφη θέση τους - ψηφιδωτές εικόνες του Χριστού και της Παναγίας.
Ο καθηγητής Αναστάσιος Ορλάνδος τοποθετεί την κατασκευή τους στα 1285, τις συνδέει με τα ψηφιδωτά του τρούλου της Παρηγορίτισσας της Άρτας και μάλιστα τις αποδίδει στον ίδιο τεχνίτη. Από τον εικονογραφικό διάκοσμο, αξιοπρόσεκτη είναι η τοιχογραφία που καλύπτει την ημικυκλική κόγχη, στην ΝΔ γωνία του κυρίως ναού, όπου απεικονίζεται ο κτίτωρ της μονής Ιωάννης Δούκας που άγγελος τον οδηγεί στην προστάτιδα της μονής, Παναγία. Πρόκειται για μια από τις σπάνιες προσωπογραφίες των Κομνηνών.
Τελευταία ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως και τον τάφο του Ιωάννη Δούκα - δυστυχώς συλημένο. Η ίδια ανασκαφική έρευνα, που έγινε στο πλαίσιο του προγράμματος Leader για την αναστήλωση της μονής, έφερε στο φως επίσης τμήματα του αρχικού μαρμάρινου τέμπλου, τμήματα από αρχαίες ενεπίγραφες στήλες, τμήματα επικράνων, όλα να αποτελούν το δεύτερο δάπεδο της μονής, σε δεύτερη βέβαια χρήση. Επίσης ήρθε στο φως η βάση του αρχικού λίθινου άμβωνα, η στασιδοφόρος και ο μαρμάρινος κίονας που στήριζε την Αγία Τράπεζα, ενώ τμηματικά αποκαλύφθηκε και το αρχικό μαρμάρινο δάπεδο του ναού.
Τέλος ενδιαφέρουσες είναι και οι τοιχογραφίες που σώζονται στο Ιερό και οι οποίες τοποθετούνται στον 13ο αι. Η τοιχογραφία στην καμάρα του κεντρικού κλίτους, εκείνες πλησίον του παραθύρου της νότιας πλευράς και της δυτικής πλευράς του κυρίως ναού, χρονολογούνται στον 18ο αι. όπως και εκείνες του νάρθηκα - στις οποίες δυστυχώς η πυρκαγιά του 1980, επέφερε ανεπανόρθωτη ζημιά.