Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Η ληστεια στη Θεσσαλία τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης.

Το φαινόμενο της ληστείας έχει βαθιές ρίζες, τόσο στον ελλαδικό χώρο όσο και στον ευρύτερο βαλκανικό και μεσογειακό χώρο. Οι ληστές- κλέφτες του ελλαδικού χώρου συμμετείχαν ενεργά στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα του Έθνους χωρίς όμως να απαρνηθούν τον κοινωνικό τους ρόλο, ο οποίος ήταν απολύτως συμβατός με την ιδεολογία και τους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας. Η κοινωνική ληστεία την περίοδο αυτή ήταν μια απολύτως φυσιολογική έκφραση του κοινωνικού βίου, που δεν ερχόταν σε ρήξη με τις παραδοσιακές κοινωνικές δομές. Η ρήξη επήλθε όταν, μετά τους νικηφόρους αγώνες της επανάστασης του 1821, το ελληνικό κράτος ανεξαρτητοποιήθηκε και προσπάθησε να ορθοποδήσει, βασιζόμενο στα κελεύσματα και τα πρότυπα των προστάτιδων δυνάμεων- κρατών, στη βοήθεια των οποίων υπολόγιζε για να εδραιώσει την κυριαρχία του.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι προσδοκίες πολλών πρώην καπεταναίων και αγωνιστών για επαγγελματική αποκατάσταση έμειναν ανικανοποίητες • σ’ αυτό συνέτειναν τα μέτρα της Αντιβασιλείας το Μάρτιο του 1833, τα οποία οδήγησαν πολλούς πρώην αγωνιστές να μείνουν ανεπάγγελτοι και να ξαναβγούν «στο βουνό- στο κλαρί» για να γίνουν κλέφτες.
Καλό θα ήταν να αναφερθεί, ότι ο χώρος δράσης των ληστών εκτεινόταν από τις παραμεθόριες περιοχές του τότε ελληνικού κράτους (Φθιώτιδα, Φωκίδα) ως το εσωτερικό του τότε τουρκικού κράτους (¨Ήπειρο, Θεσσαλία). Αναμφίβολα η γεωγραφία της περιοχής ευνοούσε τη δημιουργία- δράση ληστρικών ομάδων, αφενός γιατί υπήρχε ευκολία δράσης (όσο αυτό ήταν δυνατό) και αφετέρου ήταν απαγορευτική η καταδίωξή τους από τα κυβερνητικά αποσπάσματα λόγω του δυσπρόσιτου εδάφους και του καραδοκούντος για επέμβαση τουρκικού κράτους . Η απελευθέρωση και η προσάρτηση της Θεσσαλίας και της ¨Αρτας έδωσαν νέα ώθηση στην ανάπτυξη του φαινομένου της ληστείας .
Για να γίνει καλύτερα κατανοητό το φαινόμενο της ληστείας σ’ αυτή την τριακονταετία στη Δυτική Θεσσαλία χρήσιμο είναι να αναφερθούν οι συνθήκες που επικρατούσαν στην ευρύτερη περιοχή κατά την περίοδο της ένωσής της με το ελληνικό κράτος.



1. Η κατάσταση στη Θεσσαλία

Ένα χρόνο πριν την προσάρτηση της Θεσσαλίας έγινε από το επιτελικό γραφείο του Υπουργείου Στρατιωτικών λεπτομερέστατος πίνακας των πόλεων και των χωριών της Θεσσαλίας καθώς και του πληθυσμού τους. Από τους διάφορους αυτούς καταλόγους προκύπτει, ότι ο συνολικός πληθυσμός της κυμαινόταν ανάμεσα στους 325.000 ως 340.000 κατοίκους, από τους οποίους το 1/8 περίπου ήταν Οθωμανοί και ένα πολύ μικρό ποσοστό Εβραίοι. Αναφορικά με την κατανομή του πληθυσμού οι Έλληνες ήταν σχεδόν οι αποκλειστικοί κάτοικοι των ορεινών όγκων. Πλειοψηφούσαν στον κάμπο και στα περισσότερα αστικά κέντρα. Στον κάμπο οι αγροτικοί πληθυσμοί, γνωστοί ως «καραγκούνηδες» στις περιοχές Τρικάλων και Καρδίτσας και ως «κατζανάδες» στην πεδιάδα των Φαρσάλων, ήταν κυρίως κολίγοι •και παρακεντέδες (αγωγιάτες και τεχνίτες) στα τσιφλίκια. Ο ρόλος των νομάδων κτηνοτρόφων στο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό γίγνεσθαι της περιοχής δεν πρέπει να παραγνωρίζεται. Οι ομάδες των Σαρακατσαναίων, Βλάχων και Αρβανιτοβλάχων οδηγούσαν τα τεράστια κοπάδια τους στις εύφορες πεδιάδες της Θεσσαλίας υπακούοντας στο νόμο της αέναης μετακίνησης των νομαδικών κτηνοτροφικών πληθυσμών από τα ορεινά στα πεδινά και το αντίστροφο. Ο τουρκικός πληθυσμός της Θεσσαλίας αποτελούταν από Κονιάρους, Τούρκους εποίκους που είχαν μεταφερθεί εκεί λίγο μετά την ολοκλήρωση της κατάκτησης της Θεσσαλίας από τους Τούρκους στα τέλη του 14ου αιώνα. Οι Τούρκοι είχαν καταλάβει τις ευφορότερες περιοχές της χώρας στις υπώρειες του Ολύμπου και της Όσσας ως το Πήλιο, στα περίχωρα των Τρικάλων και της Λάρισας ως το Ζάρκο, την Κάρλα, τα Αμπελάκια, τη Ματαράγκα και τα Φάρσαλα, γύρω από το Βελεστίνο, τέλος, και τον Αλμυρό. Το πληθυσμιακό σύνολο της περιοχής συμπλήρωναν οι νησίδες αλβανικού πληθυσμού που ήταν διάσπαρτες στον κάμπο .
Εκτός από την παρουσία πολλών εθνικών ομάδων, που προφανώς θα εμπόδιζαν την απρόσκοπτη λειτουργία του μηχανισμού και των θεσμών του νέου κράτους και συνεπαγωγικά θα αποτελούσαν υποβοηθητικό μοχλό στην εδραίωση της ληστείας, τη δύσκολη κατάσταση επέτεινε η ανυπαρξία σύγχρονων για την εποχή οδικών κόμβων και δρόμων επικοινωνίας. Οι δύο δρόμοι που ήταν σε χρήση την εποχή αυτή ήταν αυτός που οδηγούσε από το Βόλο στα Ιωάννινα, περνώντας από τη Λάρισα, τα Τρίκαλα, την Καλαμπάκα και το Μέτσοβο. Ο άλλος δρόμος οδηγούσε από τη Λάρισα στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι δυσδιάβατοι στην καλύτερη περίπτωση ένωναν τις διάφορες πόλεις και κωμοπόλεις .
Η απελευθέρωση της Θεσσαλίας δε σήμαινε βέβαια και τη βελτίωση της κατάστασης• η οικονομική εξαθλίωση των περισσότερων κατοίκων της συνεχίστηκε, αν όχι επιδεινώθηκε. Σ’ αυτό οδήγησε η φυγή των Οθωμανών κατοίκων της Θεσσαλίας Κονιάρων και Τούρκων οι οποίοι, μετά την υπογραφή της συνθήκης του Βερολίνου του 1878, άρχισαν να εγκαταλείπουν τη γενέθλια γη ξεπουλώντας σπίτια, ζώα, χωράφια, καταστήματα, οικόπεδα. Το βιος τους βρέθηκε στα χέρια πλούσιων Ελλήνων, τόσο της Θεσσαλίας όσο και της υπόλοιπης Ελλάδας και κυρίως του εξωτερικού. Οι τελευταίοι αγόρασαν σε εξευτελιστικές τιμές τα τσιφλίκια που πουλούσαν οι Οθωμανοί. Οι πλούσιοι μεγαλοτραπεζίτες και βιομήχανοι του εξωτερικού (Κ. Ζάππας, Γ. Αβέρωφ, Ζαρίφης, Χρηστάκης Εφένδης, Ζωγράφος, Συγγρός, Χαροκόπος, Τερτίπης) αγόρασαν τεράστιες εκτάσεις Θεσσαλικής εύφορης γης. Με τους όρους των συμβάσεων, στους αγοραστές δεν ανήκαν μόνο τα κτήματα, αλλά ακόμη και ότι εμπεριέχονταν σ’ αυτά, συμπεριλαμβανομένων των 11.000 οικογενειών κολίγων-καλλιεργητών και των 7.000 παρακεντέδων, οι οποίοι κατοικούσαν σε 350 με 360 χωριά . Φαίνεται, ότι οι κυβερνήσεις δεν τολμούσαν ή δεν ήθελαν να αντιπαρατεθούν με τους ισχυρούς αυτούς οικονομικούς παράγοντες, αφενός γιατί τους στήριζαν οικονομικά και αφετέρου γιατί τις δικές τους επενδύσεις προσδοκούσαν οι κυβερνώντες, για να προωθηθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πολιτική της κυβέρνησης Τρικούπη, η οποία σε συζήτηση στη βουλή με θέμα αντιπαράθεσης το αγροτικό ζήτημα υποστήριζε με σθένος την εμμονή στους δύο όρους της «Συμβάσεως περί διαρρυθμίσεως των ελληνοτουρκικών συνόρων», οι οποίοι δέσμευαν την Ελλάδα να μη μεταβάλει το προηγούμενο ιδιοκτησιακό καθεστώς . Η διατήρηση του καθεστώτος των τσιφλικιών και η εδραίωση της εκμετάλλευσης των Θεσσαλών αγροτών από τους κεφαλαιούχους μεγαλοτσιφλικάδες και κατόπιν πολιτευτές, οδηγούσε στη βαθιά απογοήτευση και δυσαρέσκεια στο πρόσωπο της «ελευθερώτριας» ελληνικής κυβέρνησης.
Η σύντομη αναφορά στα κυριότερα χαρακτηριστικά της Θεσσαλικής υπαίθρου, την εποχή της απελευθέρωσής της και της προσάρτησής της στο ελληνικό κράτος, στοχεύει στην κατάδειξη της γενικότερης εικόνας που βασίλευε αυτή την περίοδο στην Κεντρική Ελλάδα. Η ληστεία ως απότοκο φαινόμενο αυτής της κατάστασης έμελλε να ταλανίσει όχι μόνο την κυβέρνηση αλλά πολλές φορές και τον ίδιο το λαό. Οι διάφορες εθνοτικές ομάδες που στήριζαν ποικιλοτρόπως τους ομόφυλούς τους ληστές, η ανυπαρξία επικοινωνιακού δικτύου, που καθιστούσε δυσχερέστατη ως αδύνατη τη μεταφορά μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων από την περιοχή της Φθιώτιδας, και η ολοένα αυξανόμενη επιδείνωση της κοινωνικής ανισότητας, η οποία οδηγούσε σε αύξηση των ληστρικών συμμοριών, προεξοφλούσε πως η καταπολέμηση της ληστείας θα ήταν δύσκολο έργο. Οποιαδήποτε, όμως, αναφορά στο φαινόμενο της ληστείας είναι ελλιπής, αν δεν αναζητηθούν τα γενεσιουργά αίτια του φαινομένου.

2. Γενεσιουργά Αίτια της Ληστείας

Τα αίτια της ανάπτυξης ληστρικών κυκλωμάτων σε περιοχές που συγκέντρωναν ορισμένα γεωγραφικά χαρακτηριστικά και ασκούνταν συγκεκριμένες οικονομικές δραστηριότητες σχετίζονταν με την εισβολή του εθνικού /σύγχρονου κράτους στην παραδοσιακή /αγροτική κοινωνία και την ανατροπή των ισορροπιών της. Το κράτος προκειμένου να εδραιώσει και να αναπτύξει τους δικούς του μηχανισμούς και θεσμούς επιτίθεται στις τοπικές και κοινωνικές ιεραρχίες και ενισχύει την αποδιάρθρωση του κοινωνικού παραδοσιακού καταμερισμού ρόλων και αρμοδιοτήτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο το κράτος προσπαθεί με όλα τα μέσα (βία, διασπορά ειδήσεων-φημών, δωροδοκίες, εκμετάλλευση των τοπικών αντιπαλοτήτων) να μετατρέψει το ληστή –αρματολό στο νεωτερικό τύπο ληστή- καταδιωκόμενο .
Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι εμβόλιμες μέθοδοι καταστολής και αναγκαστικής μετακένωσης θεσμών και μηχανισμών οδηγούν στην ανάπτυξη και ισχυροποίηση της ληστοκρατίας, η οποία εγγράφεται στις προσπάθειες της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας να αντιδράσει στις κρατικές μεθοδεύσεις , που στόχευαν στην ένταξη της υπαίθρου στο νέο οικονομικό-πολιτικό σύστημα, συχνά με μεθόδους που προσέβαλαν την αξιοπρέπειά της. Έτσι οι αιτίες της ληστείας πρέπει να αναζητηθούν σ’ αυτό το πλαίσιο, δηλαδή στην προσπάθεια του κράτους να δημιουργήσει δομές και μηχανισμούς ξένους προς τον παραδοσιακό τρόπο ζωής της ελληνικής επαρχίας.
Αρχικά η κλεφταρματολική παράδοση, που ήταν ακόμη ριζωμένη στον τρόπο ζωής των κοινοτήτων, συνδεόταν ιδιαίτερα με τη ληστεία. Η αυτή παράδοση η οποία ήταν ένας από τους συντελεστές διαχείρισης των συγκρουσιακών ενίοτε σχέσεων της ελληνικής κοινότητας και της οθωμανικής εξουσίας, είχε πάρει τώρα τη μορφή της σύγκρουσης του παραδοσιακού κόσμου της μετεπαναστατικής Ελλάδας με το νέο εθνικό κράτος, το οποίο στην προσπάθεια επιβολής και εδραίωσής του, αλλοίωνε τις παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές πραγματικότητες.
Επιπλέον η ποινική νομοθεσία καθόριζε τα εγκλήματα και την κλίμακα των ποινών με βάση αρχές ξένες ως επί το πλείστον προς τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί δικαίου και τιμωρίας. Στον αγώνα του κράτους εναντίον των ληστών περιεστάλησαν με ξενόφερτες και «εκλογικευμένες» νομικές ρυθμίσεις δικαιώματα, η ισχύς των οποίων απέρρεε από τη λειτουργία τους ως καθεστώτος και άγραφου νόμου εγγεγραμμένου στο θυμικό της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας.
Η υποχρεωτική και καθολική ισχύς των νόμων αφορούσε την τοπική κοινωνία ποικιλοτρόπως• μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας το κράτος χρειαζόταν επειγόντως στρατιωτικές δυνάμεις για να εδραιώσει την ισχύ του στην απελευθερωθείσα περιοχή και να δημιουργήσει τις κατάλληλες προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η υποχρεωτική στράτευση και ιδιαίτερα η κληρωτή στρατολογία, η οποία δεν ήταν τόσο αδιάβλητη και δίκαιη, δημιουργούσε τις συνθήκες σύγκρουσης πολιτών- μελλοντικών στρατευμένων και κράτους, ωθώντας τους πρώτους να βγουν «στο κλαρί» αποφεύγοντας τη στράτευση. Στο ίδιο κύμα αυταρχικότητας και προσπάθειας επιβολής των νομών, εντασσόταν η συμπεριφορά των οργάνων της τάξης που γεννούσαν στους κατοίκους εύλογα ερωτηματικά για την αναγκαιότητά τους. Ενώ δηλαδή οι Θεσσαλοί περίμεναν τις άρτι εγκαθιδρυθείσες αρχές ως σύμβολο σταθερότητας και κοινωνικής ανάπτυξης, απογοητεύτηκαν γρήγορα. Χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Αιών»(22/9/1881) εκδηλώνεται η δυσαρέσκεια των Θεσσαλών για τη συμπεριφορά των κρατικών οργάνων. «[…] Το στάδιο των διαχύσεων παρήλθε και η πραγματικότητα απέδειξε ότι και πάλιν ιερεμιάδες μας κατασκευάζονται. Αι νέαι Αρχαί εξακολουθούν την τετριμμένην οδόν μεταχειρισθείσαι του μισελληνισμού και το μεταξύ των Οθωμανών και χριστιανών χάσμα δια να εξασφαλίσωσι την συνδρομήν εκείνων προς εκλογικούς σκοπούς» . Σε άλλο επεισόδιο κρατικής βίας και ασυδοσίας αναφέρεται αιματηρό επεισόδιο στο χωριό Σαρακίνα Καλαμπάκας˙ σύμφωνα με την εφημερίδα «Ημερήσια Νέα» τρεις δεκανείς ζήτησαν να αγοράσουν από μία γυναίκα τρόφιμα και όταν αυτή τους το αρνήθηκε εκείνοι αποτάθηκαν στον πρόεδρο του χωριού «όστις βαναύσως υπεδέχθη αυτούς». Δημιουργήθηκε ένταση με τους χωρικούς και οι δεκανείς για να προφυλάξουν τις ζωές τους κατέφυγαν στα όπλα σκοτώνοντας μια γυναίκα .
Τελευταίο, μα όχι λιγότερο σημαντικό, είναι το γεγονός ότι η σπουδαιότερη και σοβαρότερη αιτία που έσπρωχνε τους «ορεσίβιους» ή «καμπίσιους» στη ληστεία είναι το παραγωγικό και οικονομικό αδιέξοδο και η ενδημική φτώχεια που έφτανε ως το σημείο της εξαθλίωσης. Το οικονομικό τέλμα οφειλόταν αφενός στην αγροτική πολιτική του κράτους, που στήριζε τους μεγαλοτσιφλικάδες- πολιτευτές και επέτρεπε την καταπίεση και οικονομική απομύζηση των κολίγων και αφετέρου στις συνεχείς κρατικές παρεμβάσεις στη δομή της νομαδικής κτηνοτροφίας, που αποσκοπούσαν στην εξάρθρωση και σταδιακή καταστροφή της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γεγονός ότι μετά τον «ατυχή» πόλεμο του 1897 παρατηρήθηκε αύξηση των ληστρικών συμμοριών στα Θεσσαλικά βουνά˙ αυτό είναι εύλογο αν αναλογιστεί κανείς, ότι οι εξασκημένοι στα όπλα νέοι του Θεσσαλικού κάμπου αφού έλαβαν μέρος στον αγώνα για την ελευθερία και ηττήθηκαν, δε μπορούσαν ν’ αντέξουν τη δουλεία και καταπίεση των τσιφλικάδων με αποτέλεσμα να βγουν στο βουνό. Η διαπραγμάτευση του θέματος θα ήταν ελλιπής αν δε γινόταν λόγος για τις σχέσεις των ληστών με τους υποστηρικτές τους, που αντιπροσωπεύονταν στο πρόσωπο των νομάδων. Η αναγκαιότητα της προσέγγισης είναι πασιφανής, αφού οι νομαδικοί πληθυσμοί αποτελούσαν την τροφό των ληστών, τους υποστήριζαν και ήταν το άμεσο καταφύγιό τους.

3. Σχέσεις ληστών- νομαδικών πληθυσμών

Στα πεδινά της Θεσσαλίας διαχείμαζαν πολλά και μεγάλα τσελιγκάτα Βλάχων, Αρβανιτοβλάχων και Σαρακατσαναίων. Η αέναη μετακίνησή τους συνίστατο από την πορεία τους στα ελεύθερα πλέον Θεσσαλικά βουνά(Χάσια, Όλυμπο, Άγραφα, Ασπροπόταμο) και στα τουρκοκρατούμενα βουνά (Βέρμιο, Σμόλικα, Γράμμο, Τζουμέρκα κλπ) .
Κάτω από αυτές τις συνθήκες, δεν είναι άξιο απορίας το γεγονός ότι όλοι σχεδόν οι ληστές που δρούσαν πριν και μετά την απελευθέρωση και προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος ήταν μέλη των ποιμενικών κοινωνιών των Βλάχων, Αρβανιτοβλάχων και Σαρακατσαναίων. Φυσικά τα πρότυπα της κοινωνικής οργάνωσης των ποιμενικών κοινωνιών (τσελιγκάτων) επηρέασαν τον τρόπο οργάνωσης των ληστοσυμμοριών. Το βασικό στοιχείο της ποιμενικής κοινωνικής οργάνωσης, η ομαιμοσύνη, χαρακτηρίζει τη διαχείριση των σχέσεων των μελών του τσελιγκάτου και ως ένα βαθμό της ληστοσυμμορίας. Εκτός από την ομαιμοσύνη (αδελφοί, ανίψια, ξαδέρφια κλπ) η αγχιστεία (σύζυγοι αδελφών- γαμπροί), η υιοθεσία ή πνευματική συγγένεια (αδελφοποίιτοι ή ψυχογιοί , κουμπάροι, βαφτιστικοί) και οι σχέσεις προσωπικής εξάρτησης εκτός συγγένειας ήταν τύποι σχέσεων με τη «βοήθεια» των οποίων λάμβανε χώρα η διαπραγμάτευση των σχέσεων μέσα στους κόλπους της ληστοσυμμορίας και του τσελιγκάτου .
Το γεγονός της αλληλεξάρτησης και της αλληλοϋποστήριξης της ληστρικής συμμορίας και του τσελιγκάτου οφείλεται, εκτός των άλλων, αφενός στη διχοτόμηση σε δύο εχθρικές επικράτειες του χώρου ,όπου κινούνται οι νομάδες κτηνοτρόφοι με τα κοπάδια τους (ελληνικό- τουρκικό έδαφος) και αφετέρου στην εχθρική στάση του επίσημου ελληνικού κράτους και των οργάνων του απέναντι στις νομαδικές κοινωνικές συσσωματώσεις . Κάτω από αυτές τις συνθήκες τα τσελιγκάτα μπήκαν σε μια πορεία παρακμής – σ’ αυτό συνεπικουρούσε και η κρατική πολιτική – που ανάγκασε ένα τμήμα των νομαδικών πληθυσμών να στρέψουν αλλού το ενδιαφέρον τους για την αποκόμιση των επιτηδείων. Ο πιο πρόσφορος χώρος για την άσκηση όχι πλέον των παραδοσιακών μορφών επαγγελματικής ενασχόλησης αλλά συμπληρωματικών μορφών απασχόλησης ήταν η ληστεία. Έτσι, ολοένα και περισσότερα μέλη της οικογένειας κατέφευγαν στη ληστεία ή γίνονταν σμίχτες, βόσκοντας τα κοπάδια γεωργοκτηνοτρόφων, για να εξασφαλίσουν λίγο αραβόσιτο ή σιτάρι για τη διατροφή της οικογένειας ή συνδυάζοντας τη ληστεία με την υπηρεσία στους γεωργοκτηνοτρόφους.
Πιο αναλυτικά τα στοιχεία της εσωτερικής ιεραρχίας και της άσκησης της εξουσίας, τα οποία χαρακτηρίζουν το τσελιγκάτο, μεταλαμπαδεύονται στη ληστοσυμμορία. Όπως η άσκηση της εξουσίας στο τσελιγκάτο διεπόταν από μια ιεραρχική κατάταξη και διαβάθμιση αποτελούμενη από τρεις συνήθως βαθμίδες/ τάξεις (τον τσέλιγκα, αρχηγό της στάνης, τους σμίχτες, βοσκούς διαθέτοντες ένα κεφάλαιο από ζωντανά και τους μπιστικούς, απλούς μεροκαματιάρηδες) έτσι και η συμμορία αποτελούταν από τον αρχιληστή, τα πρωτοπαλίκαρα και τους απλούς ληστές. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός, ότι η σταθερότητα των ρόλων και η σωστή έκφρασή τους σχετίζονταν με την πρόσβαση στο προϊόν, της συλλογικής εργασίας καθώς και στο γόητρο . Κοντά σ’ αυτά θα μπορούσε να προσθέσει κανείς ότι το καθεστώς παρανομίας που διείπε τη δράση και τη φύση της συμμορίας έκανε πιο στενούς τους δεσμούς μεταξύ των ληστών και μεγάλωνε την αφοσίωσή τους στον αρχηγό.
Όσον αφορά την οργάνωση της συμμορίας, αυτή μπορούσε να διακριθεί στην απλή συμμορία και στη σύνθετη. Στην πρώτη κατηγορία την εξουσία ασκούσε ο μπουλουκτσής (ο αρχηγός, αρχιληστής) και έπειτα ακολουθούσαν οι εφεδρικοί- περιστασιακοί ληστές, συγγενείς, λησταποδόχοι, πληροφοριοδότες. Η σύνθετη συμμορία αποτελούταν από δύο ή τρία μπουλούκια που εκτελούσαν τις διαταγές ισάριθμων μπουλουκτσίδων ή ενός συναινετικά αρχηγού. Συνήθως «ενώσεις» ή «συνεργασίες» μπουλουκιών ήταν περιστασιακές και γίνονταν για την αντιμετώπιση μεταβατικών αποσπασμάτων ή για μεγαλύτερη ασφάλεια στην περιοχή.
Η ιεραρχική διάρθρωση του τσελιγκάτου σε σύγκριση μ’αυτήν της ληστοσυμμορίας ήταν όμοια και ως ένα σημείο δεδομένη. Η αντίστοιχη της ληστοσυμμορίας ήταν περισσότερο βασισμένη στις ίδιες αρχές της συλλογικότητας στο προϊόν, της διανομής της λείας και της συλλογικής προσπάθειας˙ χαρακτηριστικά, όμως, που προσέδιδαν σε αυτές τις έννοιες μεγαλύτερο «κύρος» αφού ήταν παράνομες. Εξάλλου, η απλή οικογενειακή συμμορία αποτελούταν από συγγενείς όλων των βαθμών. Η παραδοσιακή κοινωνία με το δεσποτικό ρόλο της οικογένειας στις σχέσεις των ανθρώπων διατηρούσε τους υφιστάμενους συγγενικούς δεσμούς και έτεινε να δημιουργήσει νέους, επιπρόσθετους κυρίως με την αδελφοποίια, την υιοθεσία και την κουμπαριά. Σε όλες τις περιπτώσεις πάντως η υπακοή των μελών της συμμορίας – η σύνθεση της οποίας άλλαζε ανάλογα με τον επιδιωκόμενο σκοπό από 30 ως 10 ή 20 άτομα – εξαρτιόταν από την προσωπικότητα του ληστάρχου. Ωστόσο η σύλληψη της ιδέας μιας παράτολμης επιχείρησης και η πραγμάτωσή της, καθώς επίσης και οι περίοδοι αβεβαιότητας ή ταραχών κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων για την παροχή αμνηστίας ή κατά την ένταξη σε βοηθητικά σώματα του στρατού, έκαναν απαραίτητη τη σύσταση πολυμελών συμμοριών.
Συμπερασματικά, οι ομοιότητες στη διαστρωμάτωση των τσελιγκάτων και των συμμοριών οφείλονται στις σχέσεις αλληλεξάρτησης και αλληλοβοήθειας των δύο ομάδων˙ εξάλλου, τα μέλη των ληστοσυμμοριών προέρχονταν απευθείας από τις «τάξεις» των τσελιγκάτων με την αναμενόμενη σ’ αυτές περιπτώσεις επίδραση. Ενώ ο ρόλος των ληστοσυμμοριών ήταν να προστατεύουν τις «τροφούς» τους, δεν περιορίζονταν μόνο σ’ αυτό. Το κράτος με όλους τους μηχανισμούς του (στρατό- χωροφυλακή, πολιτικές δυνάμεις, κόμματα) και για διάφορους σκοπούς (καταδίωξη ληστείας, δημιουργία επεισοδίων στα σύνορα με την Τουρκία, είσοδος στρατιωτικών δυνάμεων στο αντίπαλο κράτος) χρησιμοποιούσε τις ληστρικές ομάδες με σκοπό αφενός να ενισχύσει τη διαδικασία εγκαθίδρυσης των θεσμών του στο απελευθερωμένο έδαφος, και αφετέρου να διασκεδάσει τη δομή της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας, με στόχο την ομογενοποίηση και τον κατευνασμό των αντιδράσεων. Η αναφορά ορισμένων επεισοδίων – με τη συνδρομή των εφημερίδων της εποχής και άλλου αρχειακού υλικού – είναι αναγκαία για να καταδειχθούν οι μορφές χρησιμοποίησης των ληστοσυμμοριών από το κράτος.

4. Η χρησιμοποίηση των ληστών από το κράτος

Το κράτος ή ακόμα και οι παρακρατικοί μηχανισμοί χρησιμοποιούσαν τους ληστές ή καλύτερα το ληστρικό κύκλωμα με εμπροσθοφυλακή τους ληστές για την επίτευξη ως επί το πλείστον εθνικών στόχων. Στους εθνικούς στόχους συμπεριλαμβάνονταν η πολιτική χαμηλής έντασης ή παρενόχλησης των Τούρκων ή ακόμη και η ισχυροποίηση του ελληνικού στρατού σε περιόδους κρίσης ή πολεμικών επιχειρήσεων με την Τουρκία. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια η σημασία της ιδιότητας του ληστή και η αναγνώρισή της από το κράτος, φαίνεται ακριβώς από αυτό το γεγονός˙ από τη συμμετοχή τους σε απελευθερωτικά κινήματα ή από την απορρόφηση τους στα σώματα των ατάκτων. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι κατά το 19ο αιώνα οι Αρβανιτόβλαχοι εισέρχονται στα σώματα χωροφυλακής ενώ το ίδιο διάστημα οι Σαρακατσάνικοι πληθυσμοί καταφεύγουν στη ληστεία .
Λίγο μετά την απελευθέρωση των Τρικάλων έκαναν την εμφάνισή τους περίπου 160 ληστές μέσα στην πόλη. Γράφει «ο Φάρος του Ολύμπου»: «άπαντες οι λησταί και οι φυγόδικοι αυθορμήτως προσήλθαν εις τας αρχάς, έτοιμοι να αποδεχθώσι ότι οι νόμοι διακελεύουσι πρσθέτοντας:επειδή είναι σκανδαλώδες να περιφέρονται ελευθέρως εν τη αγορά και ενώπιον πολιτών, ους χθες είχον ληστεύση ή αιχμαλωτίση, δέον να αναιληφθή οιοδήποτε μέτρον, ίνα παύση η έκρυθμος αυτή κατάστασις». Στις 13/9/1881 η εφημερίδα «΄Ωρα» γράφει:Γέμουσι τα Τρίκαλα ληστών. Περί τους 160 υπάρχουσι εις Τρίκαλα και τρέμει έκαστος οικοκύρης εν πάση στιγμή και κλείεται ενωρίς εν τη εαυτόν οικία». Από την εφημερίδα «Αιών» πληροφορούμαστε πως οι ληστές Νταβέλης και Παπαστάθης, με την είσοδο του ελληνικού στρατού στη Θεσσαλία, παραδόθηκαν στο συνταγματάρχη Καραϊσκάκη, ενώ οι ληστές Στούπας, Λελούδης και Μαργιόλης παραδόθηκαν στον αρχηγό του στρατού Σούτσο(29/8) . Αν κατά τη διάρκεια της αυτοπαράδοσης δόθηκε αμνηστία στους ληστές αυτό δεν είναι δυνατό να ειπωθεί με βεβαιότητα.
Ωστόσο, όπως φαίνεται από τις εφημερίδες της εποχής οι ληστές συγκροτούσαν αντάρτικες ομάδες που βοηθούσαν τον ελληνικό στρατό στις επιχειρήσεις του εναντίον των Τούρκων, τόσο στον «ατυχή» πόλεμο του 1897 όσο και στο Μακεδονικό αγώνα. Χαρακτηριστικά η εφημερίδα «Ακρόπολις» αναφέρει στο φύλλο της 1/4/1897 ότι « ο Νταβέλης παρά την Κρανιάν εθριάμβευσεν συγκρουσθείς μετά τουρκικού τάγματος. Εκτός από 200 Τούρκους τους οποίους εφόνευσε το σώμα του Νταβέλη ετραυμάτιε 15 εν οις και έναν Μπέη και εκυρίευσε 80 φορτηγά ζώα μετά αλεύρων» . Η στράτευση των ληστοσυμμοριών για εθνικούς σκοπούς γίνεται πλέον πιο συχνή και απροκάλυπτη ˙ γεγονός που επιβεβαιώνει το γόητρο των ληστών. Συνάμα η απόδοση σημασίας στην εξασφάλιση συμφερόντων των ορεσίνομων κοινοτήτων συνίσταται στην συστράτευση μεμονωμένων ή ακόμα και ολόκληρων ομάδων των κοινοτήτων με τους ληστές. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της προσχώρησης των κατοίκων των καταληφθέντων από τους Τούρκους χωριών Λαζαρίνα και Μαυρομάτι στις αντάρτικες ομάδες που δρούσαν κατά το 1898 νοτίως των Τρικάλων. Οι οπλαρχηγοί Τάκης, Γ. Κίτσος, Κ. Τσιτόπουλος και Γ. Αρκούδας δέχθηκαν τη βοήθεια . Η αιτία της προσχώρησης είναι οι απειλές του Σειφουλλάχ πασά προς τους κατοίκους των χωριών αυτών να πληρώσουν τους φόρους. Τότε ο Σειφουλλάχ με 9 τάγματα πεζικού, προφασιζόμενος την είσπραξη των φόρων, προσέβαλε τα προς νότου των Τρικάλων χωριά των Αγράφων και ο στρατός του πυρπόλησε τα χωριά Μαυρομάτι και Πόρτα («Εφημερίς» 24/1)
H αύξηση της δύναμης, του κύρους και του γοήτρου των ληστανταρτικών ομάδων οφείλονται στη χρησιμοποίησή τους από την κυβέρνηση για την επίτευξη των εθνικών στόχων, ιδιαίτερα αφού οι λησταντάρτες ήταν εμπειροπόλεμοι, ήξεραν τη γεωγραφία των περιοχών δράσης, είχαν αναπτύξει ήδη ένα δεδομένο κύκλωμα επιμελητείας και φυσικά ήξεραν, ότι εκτός από την εθνική δόξα μπορούσαν να εξασφαλίσουν και υλικά αγαθά από τα πλιάτσικα. Ωστόσο την εποχή αυτή δύο ήταν οι βασικοί παράγοντες που επηρέαζαν την επίτευξη των στόχων τόσο του κράτους όσο και των ληστών. Η αδυναμία διασυνοριακής συνεννόησης με την Τουρκία και οι παρακρατικοί μηχανισμοί. Ήδη πριν από την υπογραφή της συνθήκης αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων και εκκένωσης της Θεσσαλίας (24 Απριλίου 1898) οι αντάρτικες ομάδες προετοίμαζαν τη δράση τους. Όπως μας πληροφορεί η «Εφημερίς» (11/5), στις περιοχές Μουζάκι, Μαυρομάτι και Πόρτα, απ’ όπου οι Τούρκοι είχαν αναχωρήσει νωρίτερα, εμφανίστηκαν οι πρώτες ληστοσυμμορίες . Οι κυβερνητικές ομάδες φαίνεται πως είχαν πληροφορηθεί έγκαιρα την εμφάνιση των ληστοσυμμοριών και γι αυτό το λόγο είχαν επιλέξει με προσοχή «τα στελέχη της αστυνομίας και διέθεσαν και δυνάμεις στρατού για την πάταξη της ζωοκλοπής» («Ακρόπολις»22/4) .
Φαίνεται πως ο έλεγχος των συνόρων ήταν πλημμελέστατος, γεγονός που εκμεταλλεύονταν και αξιοποιούσαν κατά το δοκούν οι λησταντάρτες. Ωστόσο η πρόθεση για τον έλεγχο των συνόρων δεν διέκρινε και τις δύο πλευρές. Χαρακτηριστικά οι Τούρκοι πρόξενοι Τρικάλων και Λαρίσης ζητούν την κατάργηση της επιθεώρησης διαβατηρίων γιατί: «το μέτρον της επιθεωρήσεως των διαβατηρίων μονομερές ον δεν περιλαμβάνει πάντας τους εξ Ελλάδος ειμη μόνον τους δια της μεθορίου απερχόμενους, ούτε λειτουργεί προς είσπραξη τελών, καθόσον μάλιστα και η ημετέρα Αυτοκρατορία ουδέν τέλος επιθεωρήσεως εισπράττει παρά των απερχομένων εκ Τουρκίας Ελλήνων» .
Αντίθετα η ελληνική πλευρά θεωρεί πολύ σημαντικό τον έλεγχο των συνόρων με την Τουρκία και τη θεώρηση των διαβατηρίων. Χαρακτηριστικά ο συνταγματάρχης Ιωάννης Δημόπουλος (αρχηγός του στρατού της Θεσσαλίας ) σε έγγραφο του με ημερομηνία 20-2-1889 απευθήνεται στον νομάρχη Λάρισας λέγοντας ότι πολλοί των τε εισερχομένων εις την ημεδαπήν ή και εξερχομένων εις την όμορον επικράτειαν διέρχονται την μεθόριον ακωλύτως και άνευ διαβατηρίου νομίμως τεθεωρημένου νύκτωρ τε και ημέραν και ότι αι εαυταί ανεξέλεγκται διελεύσεις προσώπων ου μόνον ζημίαν μεγίστην επιφέρουσιν, αλλά και κίνδυνον εις την δημόσιαν ασφάλειαν, διέταξαν όπως εκδοθώσιν αι δέουσαι διαταγαί προς τους εν τη μεθορίω σταθμάρχας προς αυστηροτέραν επαγρύπνησιν και περιστολήν του ατόμου τούτου» . Ωστόσο με την αλλαγή του αιώνα και την εξέλιξη των πραγμάτων στη Μακεδονία, οι ληστανταρτικές συμμορίες φαίνεται ότι αποτελούν πλέον «φανερό» συνεργάτη του κρατικού μηχανισμού, ο οποίος τις χρησιμοποιεί για την επίτευξη των εθνικών στόχων στη Μακεδονία. Τα αρχεία του ελληνικού προξενείου Ελασσώνας περιλαμβάνουν κατάλογο χωριών της επαρχίας των Γρεβενών, τα οποία συνεισέφεραν χρηματικά ποσά για τη συντήρηση του σώματος του οπλαρχηγού Ι. Ζάκα (6-4-1900) .
Το αρχειακό υλικό περιέχει σαφείς πληροφορίες για την κατάσταση στα σύνορα και την πολιτική των δύο χωρών απέναντι στους ληστές και το ληστρικό κύκλωμα. Οι τουρκικές αρχές δε συνεργάζονταν πάντα με τις ελληνικές προς το σκοπό της καταδίωξης των ληστών. Ενδεικτική είναι η περίπτωση του ληστή Δημήτριου Χονδρού ή Γιωτομήτρου ο οποίος «μη διαπράξας εγκληματικάς πράξεις εν τω Οθωμανικώ»ενδέχεται να αφεθεί ελεύθερος από την τουρκική κυβέρνηση˙ σε έγγραφο 2-8-1893 του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακρή προς τον Πρόξενο της Ελλάδας στην Ελασσώνα παρακαλείται ο τελευταίος να πράξει τα δέοντα και να συλληφθεί ο ληστής, αφού καταδιώκεται από τις ελληνικές αρχές για εγκληματικές πράξεις στην επαρχία Φθιώτιδας .
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την προμελετημένη ανάπτυξη εμποδίων στη διασυνοριακή συνεργασία για την πάταξη της ληστείας είναι η αναφορά του προξενείου Ελασσώνας (24-4-1900) προς το Υπουργείο Εξωτερικών, σύμφωνα με την οποία ο πρόξενος Δ. Κουγιουδέλης, έπειτα από συνομιλία με το Μουτεσαρίφη Σερβέη, ανέφερε τις άδικες κατηγορίες των τουρκικών αρχών εναντίον των ελληνικών παραμεθόριων αρχών σχετικά με την αδυναμία τους να καταδιώξουν τους ληστές. Επιπλέον κοινοποίησε στο Μουτεσαρίφη το γεγονός της προφυλάκισης 3-4 ληστών στη Λάρισα και στα Τρίκαλα, η έκδοση των οποίων εξαρτάται από το οθωμανικό ποινικό σύστημα (παρουσία μαρτύρων)˙ η απάντηση είναι μάλλον αφοπλιστική: «έχετε δίκαιον, μας απάντησεν, αλλά ας αναμείνωμεν την συνομολόγησιν της προξενικής συμβάσεως και κατόπιν συνεννοούμεθα περί του πρακτέου» .
Η ηθελημένη άρνηση συνεργασίας των τουρκικών αρχών φαίνεται, ότι αίρεται όταν πλησιάζει η ένταση των επιχειρήσεων των κομιτάτων στο Μακεδονικό έδαφος. Τις παραμονές του Μακεδονικού Αγώνα οι τουρκικές αρχές (ο στρατιωτικός διοικητής Ελασσώνας Αβραχίμ πασάς και ο καιμακάμης Ελασσώνας) ενημερώνουν τον Έλληνα Πρόξενο ότι: «εν τη μεθορίω γραμμή παρά το χωρίον Γριλιάνου κρύπτονται άτακτα πρόσωπα σκοπούντα να εισβάλωσιν εις Τουρκίαν εκ διαλειμμάτων κατά μικράς ομάδας προς σκοπόν να καταρτήσωσιν συμμορίαν». Στην ίδια αναφορά (3-7-1903) ο Πρόξενος Ευνάλης κρίνοντας από τις πληροφορίες συμπεραίνει πως: «οι Βούλγαροι του κομιτάτου εν Θεσσαλία έχουσιν ήδη ως βάσιν ενεργείας τον νομόν Τρικάλων, οπόθεν η έξοδος συμμοριών είναι ευκολοτέρα δια την παρά την Βερδικούσαν δασωδών μερών» .
Εκτός από την «ηθελημένη» ασυνεννοησία των δύο πλευρών αναφορικά με το ζήτημα του ελέγχου των συνόρων, η υποκίνηση εξεγέρσεων στα τουρκοκρατούμενα εδάφη, με την επίνευση οργανώσεων που πάλευαν για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, έπαιξε επίσης σπουδαίο ρόλο για την ενδυνάμωση της ληστοκρατίας κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα. Ενώ κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας του περασμένου αιώνα η Εθνική εταιρεία ήταν η πρωτοπόρος δύναμη στους απελευθερωτικούς αγώνες, συχνά με αμφίβολα αποτελέσματα, μετά τη σταθεροποίηση των εθνικών συνόρων στη Θεσσαλία, το ρόλο του προμάχου των δικαίων του Μακεδονικού Ελληνισμού έπαιξαν τα κατά τόπους κέντρα του Μακεδονικού Αγώνα.
Όπως και σε άλλα κέντρα της Θεσσαλίας, οργανώθηκε πολύ γρήγορα στα Τρίκαλα σημαντικό κέντρο του Μακεδονικού Αγώνα, που διηύθυναν έμπειροι αξιωματικοί. Το κέντρο αυτό τροφοδοτούσε και καθοδηγούσε τα σώματα των Μακεδονομάχων, που έφευγαν κρυφά από την Ελεύθερη Ελλάδα . Εξαιτίας της εγγύτητας των δύο γεωγραφικών περιοχών ήταν επόμενο να ενταθεί η δράση των αντάρτικων ομάδων, οι οποίες όπως συνηθίζονταν, επανδρώνονταν πολλές φορές με ληστές του κοινού ποινικού δικαίου. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούσε το κέντρο Μακεδονικού Αγώνα των Τρικάλων δεν διέφεραν από αυτές των υπολοίπων  στρατολόγηση, δημιουργία άτακτων σωμάτων με επικεφαλείς ληστές, χρηματοδότηση, επιμελητειακή υποστήριξη. Ειδικά η επιμελητειακή υποστήριξη δεν είχε μόνο τη μορφή παροχής εφοδίων, πληροφοριών αλλά κυρίως τον εφοδιασμό με όπλα, πράγμα καθόλου δύσκολο. Η εφημερίδα «Θεσσαλία» της 8ης Μαρτίου 1907 γράφει, ότι στο Μουζάκι πωλούνται στα καταστήματα όπλα Γκρα με φυσίγγια ενώ από ανταπόκριση της Πανθεσσαλικής της 28ης Φεβρουαρίου 1908 πληροφορούμαστε, ότι έξω από τα Τρίκαλα συνελήφθησαν αγωνιστές, με φορτωμένα δύο όπλα Μάουζερ τελευταίας τεχνολογίας και ένα Γκρα με 2700 φυσίγγια .
Ωστόσο, οι οπλαρχηγοί που ηγούνταν των αντάρτικων σωμάτων ή ακόμη και οι άντρες τους φαίνεται πως συχνά ξέφευγαν από τον στόχο τους, την προώθηση δηλαδή των ελληνικών συμφερόντων στην περιοχή της Μακεδονίας. Χαρακτηριστικά στο σώμα του Γρηγορίου Φαληρέα (Ζάκα) που είχε ως κύρια αποστολή την εξόντωση των ρουμανιζόντων στη βορειοδυτική Θεσσαλία επικρατούσε απειθαρχία, ανυπακοή και γενική παραλυσία, ενώ οι άντρες του είχαν μόνιμα υλικές απαιτήσεις . Επιβεβαίωση της «κυκλοθυμικής» συμπεριφοράς των ληστών αποτελεί το έγγραφο του ελληνικού προξενείου Ελασσώνας με ημερομηνία 8-3-1909 με θέμα τη δράση του πρώην οπλαρχηγού Θούα, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως οπλαρχηγός στην περιφέρεια Γρεβενών και τώρα κυκλοφορεί με ψευδώνυμο στα χωριά της περιφέρειας Ελασσώνας . Συνοδευόμενος από τρεις συντρόφους του δηλώνει στους χωρικούς ότι « εξήλθεν εκ νέου δια ένοπλον εθνικήν δράσιν, επιδεξάμενος σημείωσιν φέρουσα σφραγίδα κέντρου Τρικάλων και προέτεινεν όπως προμηθεύσωσι αυτοίς όπλα Γκρα εκ Τρικάλων αυτού συνενοουμένου μετά εκείσε κέντρου». Στο τέλος ο πρόξενος παραθέτει τους φόβους του αναφέροντας ότι  «εάν τυγχάνη πράγματι ο άνω οπλαρχηγός εκμεταλλευόμενος πρώην ιδιότητα αυτού εξήλθε μετά οπαδών προς εξαπάτηση χωρικών και χρηματισμού εν τέλει δε και προς διάπραξιν ληστρικών πράξεων ως τούτο πάντες σχεδόν οι κατά το παρελθόν έτος οπλαρχηγοί περιφερείας Ελασσώνος.»
Η χρησιμοποίηση ληστρικών ομάδων για την επίτευξη των εθνικών στόχων ήταν ευρέως διαδεδομένη ιδιαίτερα μετά την απελευθέρωση και ένωση της Θεσσαλίας με το ελληνικό κράτος. Όσο και αν οι Έλληνες πρόξενοι στη Μακεδονία και αλλού διαφοροποιούσαν τα ένοπλα σώματα ανάλογα με τη δράση τους σε «λησταντάρτες» και «αντάρτες» προσδίδοντας στην τελευταία κατηγορία εθνική χροιά, δεν έπαυαν οι ομάδες αυτές να αποτελούν τους «απογόνους» των κλεφταρματολικών ομάδων . Ο ρόλος που έπαιξαν οι ληστές ως προστάτες των εθνικών συμφερόντων και μερικές φορές των απελευθερωτών ελληνικών πληθυσμών δεν σταμάτησε την πορεία της διάλυσης των συμμοριών. Το πεδίο των επιδιώξεων της συμμορίας περιοριζόταν με τη στράτευσή τους υπέρ των εθνικών σκοπών ακόμη κι αν με την εθνική τους δράση δεν αναιρούνταν τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στην παρανομία και τη νομιμότητα, προχωρούσαν οι ληστές σε ενέργειες αντίθετες πολλές φορές με τις εθνικές επιδιώξεις, υποτροπιάζοντας σε ληστρικές επιχειρήσεις εναντίον ομοεθνών τους, προσπαθώντας να αποκομίσουν κέρδη από το πλιάτσικο ή να επιτύχουν την αμνήστευσή τους . Εκτός από τον προσεταιρισμό των ληστρικών συμμοριών στην προσπάθεια απελευθέρωσης και επέκτασης της ελληνικής πατρίδας, η χρησιμοποίησή τους για πολιτικούς –και συνηθέστατα- για μικροπολιτικούς σκοπούς ήταν ένας άλλος παράγοντας που ευνόησε την πορεία διάλυσης των συμμοριών. Το αρχειακό υλικό παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την αξιοποίηση της οπλιτικής δύναμης του γοήτρου – κύρους και της φήμης των ληστρικών ομάδων και της συναλλαγής τους με τις πολιτικές δυνάμεις της ευρύτερης περιοχής του νομού Τρικάλων την περίοδο που εξετάζουμε.

5. Ληστεία και πολιτική συνδιαλλαγή στην ευρύτερη περιοχή των Τρικάλων

Η ισχυροποίηση της κεντρικής εξουσίας και η προσπάθεια επιβολής των θεσμών και των μηχανισμών της στις απελευθερωμένες περιοχές αποτελεί αναπόδραστο παράγοντα μεταβολής του τοπικού πολιτικού πολιτισμού. Σε συνάρτηση με τον τρόπο δράσης των ενόπλων «επιφέρει πλήγμα στην τακτική των ενόπλων να συναρτούν την θέση τους με την επιτυχή χρήση της βίας, ενώ την ίδια στιγμή οι φορείς του τοπικού πολιτικού πολιτισμού χάνουν σιγά σιγά τον έλεγχο των τοπικών κέντρων εξουσίας .
Από την πλευρά τους τα τοπικά κέντρα εξουσίας έρχονται σε αντιπαράθεση με ένα πεδίο συγκρούσεων στο οποίο εισβάλουν δύο διακριτές πολιτικές διαδικασίες. «Από τη μια πλευρά οι φατριαστικές αντιπαλότητες στην τοπική κλίμακα σχέσιν έχουσες με «φυλετικά» χαρακτηριστικά μεταφέροντας την κεντρική πολιτική διαμάχη στην περιφέρεια, τροφοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο τη δημιουργία νέων πολιτικών ιεραρχιών. Από την άλλη η επιβίωση και προσαρμογή στη δυναμική της φατριαστικής οργάνωσης της κεντρικής πολιτικής διαμάχης, παραδοσιακών πολιτικών δικτύων και συσσωματώσεων μετατρέπει τα κομματικά δίκτυα σε θύλακες βίας στην πολιτική διαμάχη» .
Ωστόσο η χρησιμοποίηση των ληστρικών συμμοριών για πολιτικούς σκοπούς εγγράφεται στα πλαίσια της ανοχής των κομματικών παραγόντων απέναντι στην εκδήλωση βίαιων μέσων πολιτικής επιρροής, που αναχαιτίζουν την διαδικασία περιθωριοποίησης των κλεφταρματολικών παραδόσεων και πρακτικών. Με αυτόν τον τρόπο η φατριαστική διαμάχη μεταφέρεται στο πεδίο επιβίωσης παραδοσιακών πολιτικών πρακτικών.
Στην περίπτωση των Τρικάλων και της ευρύτερης περιοχής που συγκέντρωνε διάφορες φυλετικές ομάδες (Βλάχους, Σαρακατσάνους, Καραγκούνηδες, βουλγαροφώνους) η χρήση της βίας στο όνομα των πολιτικών διαφορών επικαλυμμένων συχνά με φυλετικό χρώμα ήταν ιδιαίτερα εμφανής. Ιδιαίτερα όταν επικεφαλής των κομματικών παρατάξεων του κέντρου τίθονταν πολιτευτές –πρώην τσιφλικάδες ή ακόμη και άτομα που τόνιζαν ιδιαίτερα την καταγωγή τους – συμπαρέσυραν μεγάλες πληθυσμιακές ομάδες στην πολιτική διαμάχη.
Για παράδειγμα στις εκλογές της 7ης Φεβρουαρίου 1899 επικεφαλής των δύο αντίπαλων συνδυασμών φέρονταν οι Χατζηγάκης (ο οποίος υποστηρίζονταν από τους Βλάχους) και ο Κανούτας στην πραγματικότητα όμως αυτή τη φορά μεγάλος αντίπαλος του Χατζηγάκη ήταν ο Χατζηπέτρος. Νικητές αναδείχθηκαν οι Κανούτας και Χατζηπέτρος ( ο οποίος είχε την υποστήριξη των Βλάχων υποστηρικτές της παράταξης του Γ. Θεοτόκη. Η «Θεσσαλία» 13/2 γράφει  Τελείαν πανωλεθρίαν υπέστη ο εκ Τρικάλων ισχυρός κατά τα παρελθόντα έτη κομματάρχης Χατζηγάκης. Χιλίας και διακοσίας ψήφους υπελείφθη ούτος του τελευταίου επιτυχόντος εκ του συνδυασμού του Χατζηπέτρου, καταψηφισθείς ιδίως υπό των συμπατριωτών των Βλάχων»
Επιπλέον οι πολιτευτές είχαν πάμπολλες ευκαιρίες για να αναδείξουν το γόητρο και τη δύναμή τους, βασιζόμενοι πάντα στους υποψηφίους τους, οι οποίοι έδειχναν μια κάποια ροπή, προς τη βία. Χαρακτηριστικά στις δημοτικές εκλογές του 1903 οι Βλάχοι του Ασπροποτάμου συγκεντρώθηκαν στην πλατεία ζητοκραυγάζοντας υπέρ του Χατζηγάκη, αντίπαλος του οποίου ήταν ο Κανούτας. Τρεις μέρες πριν τις εκλογές (3 Σεπτεμβρίου) έλαβαν χώρα σοβαρά επεισόδια μεταξύ των Βλάχων του Χατζηγάκη και των οπαδών του Κανούτα με συμμετοχή των στρατιωτικών δυνάμεων της φρουράς. Η εφημερίδα «Αναγέννησις» της 6/9 γράφει  «Η εξουσία ευρεθείσα εν τω μέσω δεν ήξευρε τι έκανε και αντί να στραφεί κατά των πρωταιτίων της Χατζηγακικής μερίδος, σκανδαλέστατα και αναφανδόν φατριάζουσα, εστράφη κατά των Κανουτιστών.»
Ο φανατισμός και ο φατριασμός φάνηκε και στις εκλογές του 1905 κατά τις οποίες οι αντίπαλες πληθυσμιακές ομάδες είχαν την ευκαιρία να επιδείξουν την δύναμή τους. Ο «Τύπος» του Βόλου πληροφορεί πως κατά την προεκλογική περίοδο η κατάσταση στα Τρίκαλα είναι φρικιαστική. «Σχεδόν καθ’ εκάστην συνάπτεται πετροπόλεμος από τον οποίον δεν λείπουν και οι πυροβολισμοί΄» (2/2), ενώ η «Ακρόπολις» (9/2) έγραφε  «Η συμπλοκή στα Τρίκαλα έλαβεν όψιν μάχης [...]. Οι Καραγκούνηδες εφανατίσθησαν υπέρ του Ζάππα και οι Βλάχοι υπέρ του Χατζηγάκη, εξ ου απειλούνται και άλλαι σκηναί» .
Η παράθεση των αποσπασμάτων των εφημερίδων εκείνης της εποχής κρίθηκε σκόπιμη για την κατάδειξη του κλίματος πόλωσης και φανατισμού που επικρατούσε στην πολιτική σκηνή των Τρικάλων τρεις δεκαετίες μετά την απελευθέρωση. Η βία και η διαχείρισή της πολλές φορές αποδείχθηκε ο κρισιμότερος παράγοντας κάθε είδους πολιτικών εκλογικών διαδικασιών. Η οπλιτική βία των ληστών και η χρησιμοποίηση – εκμετάλλευσή της για πολιτικούς σκοπούς ήταν διαδεδομένη όχι μόνο κατά τις αρχές του 20ου αιώνα αλλά και κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του προηγούμενου αιώνα. Συνδετικός κρίκος μεταξύ ληστών και πολιτικών προσώπων ήταν οι δήμαρχοι, νομάρχες, πάρεδροι, οι οποίοι ως δημοτικοί άρχοντες και ως εντολοδόχοι των πολιτευτών (οι οποίοι ετύγχαναν να είναι μεγαλοτσιφλικάδες, όπως ο Ζάππας, Ζωγράφος) συνέδεαν την συμμορία και τον πολιτευτή. Με άλλα λόγια οι άμεσα ενδιαφερόμενοι και ιδιαίτερα οι ισχυροί, ευνοούσαν την παρεμβολή της συμμορίας στην πολιτική διαδικασία, προκρίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την αναγωγή της συμμορίας σε ανεπίσημο αλλά ουσιαστικό πολιτικό παράγοντα και νομιμοποιώντας ως ένα σημείο την παρανομία. Ακόμη και το ίδιο το κράτος παρέβλεπε τα αδικήματα των παρανόμων όταν αυτοί εργάζονταν για μεγαλοτσιφλικάδες ή άλλους μεγαλοσχήμονες ισχυρούς άνδρες που στήριζαν, και μερικές φορές υπαγόρευαν, την πολιτική των κυβερνώντων.
Για παράδειγμα η Κυβέρνηση του Χαρ. Τρικούπη δυο χρόνια μετά την ένωση της Θεσσαλίας με το ελληνικό κράτος δε δίστασε να διατάξει «τους βασιλικούς επιτρόπους και τας στρατιωτικάς αρχάς ίνα υποστηρίξωσι, δι’ όλων αυτών των μέσων τα δίκαια των ιδιοκτητών» υποστηρίζοντας τη γραμμή της εφημερίδας «Αστήρ». Με σκοπό την υποστήριξη των οργάνων της Τρικουπικής Κυβέρνησης οι κεφαλαιούχοι έστειλαν τα δικά τους εξαγριωμένα όργανα, ανάκατα με Αλβανούς ληστές, για να εισπράξουν γήμορο ή να βασανίσουν όσους αρνούνταν την καταβολή του.
Σε συνεδρίαση της Βουλής ο βουλευτής Τρικάλων Ν. Τορμπαζής ενεκάλεσε τον Χαρ. Τρικούπη με αφορμή τα λεγόμενά του για ανυπαρξία «αγροτικού ζητήματος» στη συνεδρίαση της Βουλής (5 Μαρτίου 1883) επισημαίνοντας ότι ο τσιφλικάς Χρηστάκης Ζωγράφος συγκέντρωσε Αλβανούς «κακίστης διαγωγής», μερικοί από τους οποίους υπήρξαν ληστές ή κακούργοι και φυγόδικοι στην πατρίδα τους. Αυτοί έβριζαν και έδερναν τους αγρότες μπροστά στις κρατικές αρχές, έκλεβαν ασύστολα και μοιράζονταν τα λάφυρα .
Επιπρόσθετα, οι δημοτικοί άρχοντες όπως και οι τσελιγκάδες, ήταν αυτοί που έρχονταν σε επαφή με τις προστατευόμενες συμμορίες των πολιτευτών, στηρίζοντάς τους με οποιονδήποτε τρόπο παίρνοντας συχνά τα ανάλογα ανταλλάγματα. Κατά την εφημερίδα «Ακρόπολις» (20/10/1892) «ο λόγος της εγκληματικότητος εν τω διαμερίσματι της Καρδίτσης – Τρικάλων είναι διότι και ο τόπος πρόσφορος προς φυγοδικίαν είναι και προστασία των πολιτευομένων φαίνεται ότι παρέχεται». Το σχόλιο της ίδιας εφημερίδας για την επιτυχία του Δημάρχου Αλμυρού είναι ενδεικτικό της επικρατούσας κατάστασης. «Ενίκησε χάρις εις την αναφανδόν υποστήριξιν του ληστάρχου Τσούλη όστις ηπείλησε θανάτω και εξοντώσει όσους καταψηφίσωσιν αυτόν» .
Σ΄ αυτό το σημείο αξίζει να αναφέρουμε το επεισόδιο της απαγωγής του Χαιρεδίν βέη Οσμάν από τους αδελφούς Τάκη, τη δίκη που ακολούθησε και τις πολιτικές προεκτάσεις, που προκάλεσαν το ενδιαφέρον τόσο του τοπικού τύπου όσο και του Αθηναϊκού. Στα τέλη Δεκεμβρίου του 1893 η ληστοσυμμορία των αδελφών Τσανάκα είχε αιχμαλωτίσει τον Χαιρεδίν βέη Οσμάν αγά και τον είχε κρατήσει για δύο μήνες όμηρο κρυπτόμενο σύμφωνα με μαρτυρία του παθόντος στο κτήμα των αδελφών Τάκη στο Λιουζέστι. Ο βουλευτής Καλαμπάκας Γιαννούσιος Τάκης και τα αδέλφια του Κωνσταντούλας και Αλέξιος, οι οποίοι ήταν ισχυροί πολιτικοί παράγοντες στην περιοχή και είχαν στενές επαφές ακόμα και με την βασιλική οικογένεια κατηγορούνταν ότι «διαρκούσης της αιχμαλωσίας του Χαιρεδίν βέη Οσμάν εχορήγουν εις τους ληστάς συνδρομίν αποκρύπτοντες αυτούς εν το ιδιοκτήτω χωρίον Τεκέ και παρέχοντας τροφάς και εφόδια» (Ακρόπολις, 8/4/1894). Στη δίκη που έλαβε χώρα στη Λάρισα στις 7 Απριλίου 1894 οι ληστές κατέθεσαν ότι ο Οθωμανός απελευθερώθηκε μετά την καταβολή 600 οθωμανικών λιρών ως λύτρα, από τα 15 των οποίων τα 11 πήραν οι ίδιοι, τα τρία η οικογένεια Τάκη και το ένα δόθηκε στην εκκλησία. Οι εφημερίδες της εποχής προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν ποικιλοτρόπως: η εφημερίδα Όλυμπος (15/4), αναδεικνύοντας τη φυλετική πλευρά του ζητήματος αφού οι κατηγορούμενοι ήταν Βλάχοι, αναφέρει: «κατά την δίκην ταύτην είδομεν εθνικά σημεία και χάσματα, τα οποία είναι μάλλον κηλίδες παρά σημεία άξια αποσιωπήσεως. Το ζήτημα παρεστάθη ουχί ως κομματικόν αλλ’ ως φυλετικόν. Πλείστοι δε οι συγγενείς και φίλοι παλαιοί εχθροί επί τω φυλετισμώ ηνώθηκαν κρατύνοντας αλλήλους». Κοντά σ’ αυτά η «Ακρόπολις» (24/5) παραθέτει την αγόρευση του εισαγγελέα προκρίνοντας την πολιτική ερμηνεία του γεγονότος: «η παρούσα δίκη έχει γενικώτερον χαρακτήρα διότι εν τω εδωλίω του κατηγορουμένου κάθηνται άνθρωποι ανωτέρας περιωπής και διότι ούτοι ως εκ της θέσεως και των μέσων άτινα ηδύναντο να διαθέσωσιν, ηθέλησαν να γεννήσουν σκάνδαλα». Πολλοί μάρτυρες κατέθεσαν ότι οι Τακαίοι δεν ήταν απλά ληστοτρόφοι αλλά ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπήρξαν και οι ίδιοι ληστές. Τελικά η απόφαση του δικαστηρίου ήταν αθωωτική για τους Γιαννούσιο και Κωνσταντούλα Τάκη. Ο αδερφός τους Αλέξιος κρίθηκε ένοχος «συνεργείας ληστείας άνευ ιδιοτέλειας» («Ακρόπολις», 25/5). Αργότερα δύο σύντροφοι του ληστή Τσανάκα θα τον δολοφονήσουν και θα του κόψουν το κεφάλι, το οποίο θα παραδώσουν στις αρχές για να εισπράξουν την αμοιβή των είκοσι χιλιάδων δραχμών .
Η συνεργασία των πολιτικών- γαιοκτημόνων ή η σύμπραξη πολιτικών με γαιοκτήμονες και κεφαλαιούχους έδινε νέα ώθηση στη ληστεία. Σύνηθες ήταν το φαινόμενο της παράβλεψης και των ακραιοτήτων των ληστών, όταν οι τελευταίοι ήταν μισθοφόροι τσιφλικάδων που σκοπό είχαν να προστατεύσουν τους κολίγους και τις περιούσιες των εργοδοτών τους. Χαρακτηριστικά ο νομάρχης Τρικάλων συνεννοημένος με τον κεφαλαιούχο Χατζηαργύρη, που εμφανιζόταν αγοραστής του χωριού Ορφανά, έδωσε σε κάθε οικογενειάρχη 1000 δραχμές για να φύγουν προσωρινά από το χωριό τους με το πρόσχημα να προστατευθούν από τις πλημμύρες του ποταμού Ενιππέα . Όταν, όμως, έφυγαν, οι μισθοφόροι ληστές του Χατζηαργύρη επέδραμαν γκρεμίζοντας τα σπίτια τους .
Συμπερασματικά, οι σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ληστών ήταν ανεπτυγμένες και εδραιωμένες. Πέρα από το συνδετικό κρίκο ανταλλαγής- διαπλοκής το στοιχείο που έπαιξε ιδιαίτερο ρόλο στην εδραίωση των σχέσεων μεταξύ των δύο συμβαλλόμενων μερών ήταν η μπέσα, δηλαδή ο εθιμικός κώδικας τιμής που δίνει πίστη και διάρκεια στις ανθρώπινες σχέσεις. Η παράβαση της μπέσας που συνέδεε τον παράνομο ληστή με το «φρόνιμο» κοινωνικά και πολιτικά ηγέτη θεωρείτο σύμφωνα με τις κοινωνικές συμβάσεις προδοσία, και πιθανόν να επέσυρε την τιμωρία του «φρόνιμου» από τον παράνομο ληστή . Ωστόσο οι πολυεπίπεδες σχέσεις ληστών και πολιτικών, οι οποίες ήταν γνωστές στα ευρύτερα λαικά στρώματα, συχνά επέσυραν τη μήνιν της φρόνιμης κοινωνίας. Η αντίδραση, όμως, ήταν σχεδόν αδύνατη, αφού στο πλαίσιο των σχέσεων ληστών- πολιτικών, εμπλεκόταν ένα ευρύτερο κοινωνικό- οικονομικό κύκλωμα, οι διακλαδώσεις του οποίου έφταναν μέχρι τον κρατικό μηχανισμό. Οι σχέσεις έπαψαν να υπάρχουν, όταν άλλαξαν μέχρι ένα βαθμό οι κοινωνικές- οικονομικές συνθήκες, όταν μεταβλήθηκαν τα πολιτικά πλαίσια και όταν, τέλος, οι ληστές εξοντώθηκαν είτε από τα κυβερνητικά αποσπάσματα είτε μεταξύ τους.


6. Ληστές και Ληστείες μετά την απελευθέρωση

 Απόστολος Χρήστου από την Καλλιθέα Καλαμπάκας (πρώην Χασάν Καλύβια)
και ο Γ. Ψείρας από την περιοχή Καλαμπάκας, αφού συνελήφθησαν, αποκεφαλίστηκαν στη λαιμητόμο, τη γνωστή Καρμανιόλα , στα Τρίκαλα τη Δευτέρα 24 Ιουνίου 1884, παρουσία πλήθους χωρικών .
 Οι ληστοσυμμορίες του Σαρακατσάνου Βαγγέλη Τάκου και του Θύμιου Γάκη στις 27 Ιουλίου 1884 στο Μέτσοβο, απήγαγαν την κόρη του Νικολάκη Αβέρωφ, Ευδοκία, σύζυγο του Σεργίου Τζοανόπουλου, την περίφημη Βασιλαρχόντισσα του δημοτικού τραγουδιού. Η απαγωγή έγινε μετά από προτροπή του Μετσοβίτη Γεωργίου Ντάλα και το Μεσολογγίτη Φλέγκα, που εργαζόταν στο Μέτσοβο και τον οποίο είχε ραπίσει ο Νικολάκης Αβέρωφ, επειδή πέρασε από το Κουλτούκι του Μετσόβου, όπου κάθονταν μόνο οι άρχοντες.
Οι ληστές μετά την απαγωγή κατέφυγαν στο πυκνοδάσος της Βάλια Κάλντα και σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή στην περιοχή Περτουλίου Τρικάλων. Ο Γάκης συνελήφθη το 1894, κατόπιν προδοσίας, και δικάστηκε στα Γιάννενα σε ισόβια δεσμά. Η μαρτυρία της Βασιλαρχόντισσας Ευδοκίας, την οποία ο Γάκης κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας της την προστάτεψε, στάθηκε ικανή για τη μη καταδίκη του ληστή σε θάνατο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ο Γάκης μετά την απόδοση χάριτος, κατέφυγε με τη βοήθεια των Χατζηγακαίων στο Παπασλί της Μ. Ασίας, όπου παντρεύτηκε την κόρη του εκεί δημάρχου, Παναγιώτη Κλάρα, Ευαγγελία. Κατά τη Μικρασιατική εκστρατεία βοήθησε με όλες του τις δυνάμεις τον Ελληνικό Στρατό .
 Ο ληστής Ι. Ζάρρας καρατομήθηκε στον περίβολο της αστυνομίας Τρικάλων το Μάη του 1891. Ο δήμιος του είχε καρατομήσει άλλους 32 ληστές .
 Οι αδερφοί Τσεκούρα (Θύμιος, αρχηγός, Νικόλας ή Κρούτας, Θανάσης και Χρήστος), γνωστοί ως Τσεκουραίοι ή Τσουγκραίοι από το Γκολφάρι Μυροφύλλου. Η έξοδός τους στο «κλαρί»οφειλόταν στο φόνο του αρχιτσέλιγκα Ιωάννη Φαλάγκρα ή Κέφαλο από το Μυρόφυλλο. Εξαιτίας κάποιας ζωοκλοπής ήρθαν σε ρήξη με την οικογένεια Φαλαγκραίων, γεγονός που τους οδήγησε σο φόνο του αρχιτσελιγκά. Γύρω στο 1890 οι Τσεκουραίοι απήγαγαν το Γρ. Βαλκανιώτη και τον εξανάγκασαν να παντρευτει την αδερφή τους , Αγγέλω. Ο γάμος έγινε στο μοναστήρι του Αγ. Γεωργίου στο Μυρόφυλλο και κουμπάροι ήταν οι Χατζηγαγκαίοι. Τρανό παράδειγμα διαπλοκής πολιτικών και ληστών αποτελεί η εκλογή του Γρ. Βαλκανιώτη στο αξίωμα του Δημάρχου Κοθωνίων για τρεις συνεχείς τετραετίες (1903-1912) με τη βοήθεια των Τσεκουραίων .
Μετά το φόνο του τσέλιγκα Βασιλή Φασούλα και των Αρβανιτοβλάχων αδεφών Ράπτη, άρχισε η καταδίωξή τους και τελικά παραδόθηκαν έπειτα από προδοσία στον αποσπασματάρχη Τρυπογιώργο. Ολόκληρη η συμμορία συνελήφθη και καρατομήθηκε στο Ναύπλιο, λίγο μετά το 1896. Κατά την εφημερίδα «Ακρόπολις» «καθ’ όλον το νομό Τρικάλων το όνομα Τσεκούρα είναι συνώνυμον με την φρίκην […] Είναι αρχαία ληστρική οικογένεια, ήτις μεταδίδει από πατρός εις υιόν, επί τεσσαράκοντα και πλέον έτη τας οικογενειακάς παραδόσεις και τον προς την ληστεία έρωτα» .
 Στα 1885 δρούσαν στην περιοχή Τρικάλων-Καλαμπάκας οι ληστές Τσουκαντάνας, Νταβέλης, Φορφόλιας, Μακρής, Κουρνόβας, Τζατζάς, Τυροδήμος και Ντίζας.
 Οι ληστές Νακόπουλος από το Βάλτο και Κώστας Λελούδας από το Ξηρόμερο, το 1897, επιχείρησαν να αιχμαλωτίσουν τους πλούσιους Τρικαλινούς, οι οποίοι είχαν καταφύγει στον Κόζιακα μετά την κατάληψη των Τρικάλων από τους Τούρκους. Αντιμετώπισαν, όμως, την αντίδραση ενόπλων Περτουλιωτών, με επικεφαλής το Δήμαρχο Αιθικών Παναγιώτη Χατζηγάκη, και διακοσίων Σαμαριναίων.
 Ο Σαρακατσάνος λήσταρχος Νάσιος Ζαρογιάννης ή Σκυλονάσιος στις αρχές του αιώνα λήστεψε και σκότωσε τον επίσης Σαρακατσάνο τσέλιγκα Γιώργο Γαλατσίδα .
 Αξιοσημείωτη είναι η δράση του ληστή από την Αγία Παρασκευή (Τζιούρτζια) Ασπροπόταμου Γρηγόρη Γκάρτζου. Πριν βγει στο «κλαρί» υπηρετούσε στον Ελληνικό Στρατό απ’ όπου λιποτάκτησε το 1897. Κατά την αποχώρηση και από το φόβο της σύλληψης βγήκε στο βουνό. Στις 15 Αυγούστου 1903 με την εξαμελή συμμορία του συνέλαβε έξω από το χωριό Καλογριανά Καρδίτσας τον Κων. Τσιούμα. Το θύμα βασανίστηκε άγρια (έφερε 19 τραύματα), ενώ ο λήσταρχος Γκάρτζος άφησε σημείωμα που έγραφε: «Από όσους ζητούν χρήματα οι κλέφτες και δεν τα δίνουν, αυτά παθαίνουν. Γρ. Γκάρτζος» . Η δράση του συνεχίστηκε με επιδρομές και συγκρούσεις με ελληνικά και τουρκικά αποσπάσματα. Έχοντας συγκεντρώσει 40.000 δραχμές, ο Γκάρτζος διέφυγε στο Τούρκικο για να ξαναεμφανιστεί στη Θεσσαλία το 1905 ζητώντας χρήματα και απειλώντας . Γύρω στο 1918 συγκρούστηκε με απόσπασμα κοντά στο Βελεστίνο, όπου διαδόθηκε ότι σκοτώθηκε, ενώ αυτός είχε καταφύγει στο Αγ. Όρος, όπου και πέθανε σε ηλικία 80 ετών έχοντας γίνει μοναχός με το όνομα Γερβάσιος.
 Ληστοσυμμορία Σκουπραίων. Στις 15 Οκτωβρίου 1906 οι δύο αδελφοί και άλλοι τρεις Αρβανιτοβλάχοι ληστές πολιόρκησαν το χωριό Καλομοίρα, ζητώντας βάσει ονομαστικού καταλόγου χρηματικές εισφορές από όλους τους κατοίκους. Στις 11 Αυγούστου 1907 απήγαγαν τον Αθ. Μ. Μανώλη από το Ορθοβούνι Καλαμπάκας, τον οποίο απελευθέρωσαν αφού έλαβαν λύτρα 400 δραχμές. Στις 20 Ιανουαρίου 1908 οι Σκουπραίοι σε συνεργασία με τον Χρ. Ζήνδρο συνέλαβαν τους Βασίλειο και Μιχαήλ Σακελλαρίου στο Νεοχώρι Τρικάλων ζητώντας για την απελευθέρωσή τους 30.000 δραχμές. Οι ληστές καταδιώχτηκαν από απόσπασμα της χωροφυλακής και του στρατού. Σε συμπλοκή που έγινε στη θέση Κουτσούφλιανη της Βερδικούσας Ελασσώνας σκοτώθηκε ο ληστής Ζήνδρος και τραυματίστηκε ο Γεώργιος Σκούπρας. Οι αιχμάλωτοι ελευθερώθηκαν, ενώ το κεφάλι του Χρ. Ζήνδρου μεταφέρθηκε στα Τρίκαλα για αναγνώριση .
Τον Ιούλιο του 1908 οι Σκουπραίοι έσφαξαν στη θέση Μεσοβούνι Ανθούσας Ασπροπόταμου τον Μπίτη Πέρκα και τον Ευάγγελο Τζάνη. Τον ίδιο μήνα συνέπραξαν με τη συμμορία των Μποτάσιδων και τρομοκρατούσαν την περιοχή Γριζάνου- Νεοχωρίου- Φαρκαδόνας. Το 1909 απήγαγαν εύπορους χωρικούς και ζητούσαν λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Στην αντίθετη περίπτωση απέκοβαν ένα αυτί ή χέρι των θυμάτων τους και το απέστελναν στους συγγενείς, εξαναγκάζοντάς τους να πληρώσουν τα λύτρα .
Με αναφορά του στο αρχηγείο χωροφυλακής (16 Ιουλίου 1909) ο διοικητής της Διλοχίας Δημόσιας Ασφάλειας Τρικάλων- Καρδίτσας, αναφέρει ότι «η ληστοσυμμορία Σκουπραίων –Ράικου μετά την απελευθέρωση του αιχμαλωτισθέντος παρ’ αυτής εν τω Οθωμανικώ Νικολάου Μητρούσα, ούτινος απέκοψε και μέρος του ωτίου του, εξακολουθεί παραμένουσα εις διαφόρους θέσεις παρά την Περλιάντζα του εξωτερικού, ουδόλως καταδιωκομένη παρά των τουρκικών αρχών». Στη συνέχεια παρακαλεί το αρχηγείο «όπως ευαρεστούμενον ενεργήση τα δέοντα και αρμοδίως γίνωσι αι δέουσαι παραστάσεις, όπως και αι παρά την μεθορίου γραμμήν τουρκικαί αρχαί καταδιώκουσι την συμμορίαν ταύτην, ήτις από ετών μαστίζει τους παρά την μεθορίου γραμμήν οικούντας […] κατά πληροφορίας εκ Μετσόβου σκοπεί να προβεί εις μεγάλας εγκληματικάς πράξεις» .
Στις 9 Μαρτίου 1910 οι Σκουπραίοι εισέβαλαν στην Καλομοίρα, μπήκαν στο σπίτι του Ιωάννου Παπαδημητρίου και τον απήγαγαν μαζί με τα τρία παιδιά του. Απήγαγαν επίσης και τους δύο αδελφούς Αυγέρου ζητώντας 4.000 δραχμές ως λύτρα για την απελευθέρωσή τους .
Ο αρχηγός της εικοσαμελούς συμμορίας Γεώργιος Σκούπρας σκοτώθηκε και αποκεφαλίστηκε στις 20 Αυγούστου 1910. το αποκομμένο κεφάλι, εξαιτίας της ζέστης, τοποθετήθηκε σε δοχείο με πετρέλαιο και φαρμακευτικό παρασκεύασμα και μεταφέρθηκε στην αστυνομική διεύθυνση Τρικάλων «ένθα πλήθος κόσμου μετέβαινε να την ιδή» σύμφωνα με την εφημερίδα «Θάρρος» (22-8-1910) . Έτσι έκλεισε η δράση της συμμορίας, η οποία σύμφωνα με κύριο άρθρο της εφημερίδας «Αναγέννησις» έγραφε «Εδώ είναι το βασίλειο των Σκουπραίων. Το κράτος του Γεωργίου Α’ και της χαριτωμένης Κυβερνήσεώς του αντικατέστησε η συμμορία των Σκουπραίων (27-10-1907) .
 Άλλος φημισμένος ληστής ήταν ο Θανάσης (Νάσος) Τσέλιος, γνωστός ως Τσεκούρας από τη Βασιλική Καλαμπάκας, που έδρασε τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μεταξύ Τρικάλων και Καλαμπάκας, προς την περιοχή του Πηνειού και τον Κόζιακα, με ορμητήριο το χωριό Περιστέρα. Στις 17 Μάη 1911 η συμμορία του Νάσου Τσεκούρα συνέλαβε αιχμαλώτους τον ανακριτή Τσιριγώτη και τον ειρηνοδίκη Φαρκαδόνας Πλάτυκα, τους οποίους άφησε ελεύθερους μόλις έμαθε την ιδιότητα τους. Μετά από τέσσερις ημέρες ο Τσεκούρας έπεσε στα χέρια της αστυνομίας, μετά από προδοσία φίλου του. Κατόπιν οδηγήθηκε στα Τρίκαλα, όπου σύμφωνα με την εφημερίδα «Θάρρος» (18-5-1911) «ο κόσμος παρατεταγμένος κατά μήκος των οδών παρηκολούθη την πομπήν χειροκροτών τους συντελεστάς εις την εξάλειψιν ενός φοβήτρου του νομού μας» .

Συμπερασματικά θα μπορούσε να πει κανείς πως οι ληστοσυμμορίες, όχι μόνο αυτές που αναφέρθηκαν εδώ, αλλά και άλλες, ήσσονος σημασίας και γοήτρου, ταλάνισαν την περιοχή των Τρικάλων και την ευρύτερη βορειοδυτική Θεσσαλία για πολλές δεκαετίες. Η οριστική εξάλειψή τους τη δεκαετία του 1930 δε βοήθησε στην εξάλειψη των αναμνήσεων των παλιότερων κατοίκων των περιοχών αυτών. Εξάλλου πολλά από τα κατορθώματα των ληστών μπόλιασαν το δημοτικό τραγούδι. Η ληστεία ως φαινόμενο συνδέθηκε άρρηκτα με τον αρματολισμό και συνακόλουθα τοπικό παραδοσιακό πολιτισμό, σε σημείο που να υποστηρίζεται, πως η ληστεία ήταν ένας τρόπος αντίστασης στις νεωτερικές μεθόδους που χρησιμοποιούσε το ελληνικό κράτος για να εδραιώσει την ύπαρξή του και να συγκροτήσει τους μηχανισμούς αφομοίωσης και ένταξης της υπαίθρου στις οικονομικές και κοινωνικές δομές του.




ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η ληστοκρατία αποτέλεσε ένα από τα κυρίαρχα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει το ελληνικό κράτος. Η δυσαρέσκεια των ανταγωνιστών, η πολεμική τους εμπειρία, η σχέση τους με τους πληθυσμούς της υπαίθρου συνέτειναν στην ενίσχυση του προβλήματος. Κοντά σ’ αυτό, θα πρέπει να προστεθεί και η προσπάθεια εισβολής των κρατικών μηχανισμών και θεσμών, συχνά με βίαιο τρόπο, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον οι ιδεολογικές επιφάνειες του οποίου ελάχιστα είχαν μεταβληθεί από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Ειδικότερα η Θεσσαλία, μετά την απελευθέρωσή της και την ένωσή της με το ελληνικό κράτος, αντιμετώπισε το ιδιαίτερα οξύ πρόβλημα της ληστείας. Η εγγύτητα της περιοχής με τις τουρκοκρατούμενες περιοχές της Μακεδονίας και της Ηπείρου ελαχιστοποιούσε τις πιθανότητες ειρηνικής διαχείρισης του θέματος. Επιπρόσθετα η ώσμωση ληστών και αγροτοποιμενικών πληθυσμών δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την εκτράχυνση της κατάστασης, αφού οι ίδιοι αγροτοποιμενικοί πληθυσμοί – οι τροφοί των ληστών – αντιμετώπιζαν το κράτος ως παρείσακτο. Σ’ αυτά τα πλαίσια το πρόβλημα του ελέγχου των συνόρων, αποτελούσε πολύτιμο βοηθό για τη ληστρική δραστηριότητα.
Το κράτος, από την πλευρά του, στην προσπάθεια εδραίωσης της κυριαρχίας του, στις ήδη απελευθερωμένες περιοχές και επέκτασής της στις τουρκοκρατούμενες, δε δίστασε να χρησιμοποιήσει τις ληστοσυμμορίες για «εθνικούς» σκοπούς. Οι τοπικοί πολιτευτές δε μπορούσαν να θεωρήσουν εαυτούς αμέτοχους από την κίνηση «κρατικοποίησης» της υπαίθρου και συμμετείχαν στη χρησιμοποίηση των ληστών για τα προσωπικά – πολιτικά – φατριαστικά συμφέροντά τους.


πηγή: pneuma.gr




















ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


 Αδάμου Ιωάννης, Τα Τρίκαλα μέσα από τα ανέκδοτα αρχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσώνας (1882-1912) π. Τρικαλινά τ.15 (1995), Από τα αρχεία του Ελληνικού Προξενείου Ελασσώνας π. Μετέωρα 51-52 (1998-1999)

 Αρσενίου Λάζαρος, Το έπος των Θεσσαλών αγροτών και οι εξεγέρσεις τους (1881-1993). Φιλολογικός- ιστορικός – λογοτεχνικός σύνδεσμος Τρικάλων (Φ.Ι.Λ.Ο.Σ.) κείμενα και μελέτες Τρίκαλα 1994


 Βακαλόπουλος Ε. Απ. Ιστορία του Νέου Ελληνισμού τόμος Β’ Θεσσαλονίκη 1976

 Βεργόπουλος Κώστας Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Το πρόβλημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης της γεωργίας Εκδόσεις Βέργος , Αθήνα 1975


 Δαμιανάκος Στάθης Παράδοση ανταρσίας και λαϊκός πολιτισμός Πλέθρον σειρά: Λαϊκός πολιτισμός/ τοπικές κοινωνίες

 Dakin Douglas Η ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923 ΜΙΕΤ Αθήνα 1998


 Ζαχαρίου Αθ. Γεώργιος Η ληστεία στη Θεσσαλία (1750-) Βόλος 1997

 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. ΙΓ Νεώτερος Ελληνισμός 1833-1881, Αθήνα Εκδοτική Αθηνών 1980
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους τ. ΙΔ Νεώτερος Ελληνισμός 1881-1912, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών 1980

 Κλιάφα Μαρούλα Τρίκαλα από τον Σευφουλλάχ ως τον Τσιτσάνη. Οι μεταμορφώσεις μιας κοινωνίας όπως αποτυπώθηκαν στον τύπο της εποχής. Τόμος Α’ 1881-1910, Β’ 1911-1950, Αθήνα, Κέρδος 1996

 Κολιόπουλος Σ. Ιωάννης Η ληστεία στην Ελλάδα (19ος αιώνας) περί λύχνων αφάς, Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1996


 Κοντογιώργης Δ. Γεώργιος Η Ελλαδική λαϊκή ιδεολογία. Πολιτικοκοινωνική μελέτη του Δημοτικού τραγουδιού Νέα Σύνορα, Αθήνα 1979

 Κοταρίδης Γ. Νίκος Παραδοσιακή Επανάσταση και εικοσιένα Πλέθρον σειρά: θεωρία και κοινωνία


 Μπρέκης Λ. Σπύρος Το πρόβλημα της ληστείας στη μεθοριακή Φθιώτιδα (1832-1881) π. Παρουσία τ. ΣΤ’ Αθήνα 1988, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος (19ος αιώνας) Αθήνα 2000

 Νημάς Α. Θεόδωρος Η ληστοκρατία στη Βορειοδυτική Θεσσαλία από την απελευθέρωσή της (1881) ως το 1930 περίπου π. Τρικαλινά 20 (2000)
 Παπαθανάση – Μουσιοπούλου Καλλιόπη Η συμβολή των Τρικάλων στο Μακεδονικό Αγώνα (1905-1908) (από έγγραφα του Υπουργείου Εξωτερικών) π. Τρικαλινά τ. 8 (1988)

 Πρόντζας Βαγγέλης Οικονομία και γαιοκτησία στη Θεσσαλία (1881-1912) ΜΙΕΤ, Αθήνα 1992
www.pneuma.gr

Η Θεσσαλία πριν την οθωμανικη επέλαση και ο εποικισμός της

1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ



Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, βοήθησε την απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας και του ελέγχου , που αυτή ασκούσε στις επαρχίες του κράτους. Επακόλουθη αυτής της εξέλιξης ήταν η ανεξαρτητοποίηση τοπικών αρχόντων και η ίδρυση διαφόρων ηγεμονιών, τόσο ελληνικών όσο και λατινικών στις περιοχές εξουσίας τους. Σ΄ αυτό το πλαίσιο η δυτική Θεσσαλία τελούσε υπό την κυριαρχία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενώ η υπόλοιπη Θεσσαλία τελούσε υπό την κατοχή των Φράγκων φεουδαρχών ,οι οποίοι ήταν υποτελείς του βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιου.
Ο Βονιφάτιος μοίρασε την θεσσαλική γη στους φεουδάρχες και βαρόνους με την μορφή φορολογικών περιφερειών, η κάθε μια από τις οποίες απέφερε πρόσοδο χρηματική- νομισμάτων της τάξης των 300 ενετικών λυτρών. Ο κάθε ένας από τους Φράγκους ιππότες και βαρόνους, έλαβε από 6-200 φέουδα με την υποχρέωση να τα διαμοιράσει στους στρατιώτες του. Επιπρόσθετα , οι Φράγκοι νέμονταν όχι μόνο την δεκάτη και τους λοιπούς δημόσιους φόρους και την γη των ντόπιων αρχοντικών οικογενειών, αλλά και την γη που ανήκε σε μοναστήρια .Η εκμετάλλευση και η κατάσταση ήταν τέτοια , ώστε το 1210 ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄, ο οποίος με διαταγή του είχε καθαιρέσει τις τοπικές ορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές αντικαθιστώντας τες με καθολικές (η Λάρισα μάλιστα έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου), κληρονομώντας εκτός των άλλων όλα τα δικαιώματα και την περιουσία των Ελλήνων κληρικών ,εξέδωσε αφορισμό εναντίον των ιπποτών του Πτελεού[1].Επίσης , ο Λατίνος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ερρίκος συγκάλεσε δύο συνόδους κληρικών και ιπποτών της βόρειας Ελλάδας (τον Μάιο του 1209 και 1210) στην κοιλάδα της Ρεβενίκας (κοντά στην Λαμία), προκειμένου να διακανονιστούν οι σχέσεις και υποχρεώσεις αυτών προς την εκκλησία και να σταματήσουν τις καταχρήσεις σε βάρος του ντόπιου πληθυσμού. Επειδή όμως οι κύριοι υποκινητές της απειθαρχίας, Λομβαρδοί απουσίασαν από τις συνόδους ο Ερρίκος τους κατεδίωξε μέχρι την Θήβα.. Τότε ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας βοηθούμενος από Λατίνους μισθοφόρους ,εισέβαλε στην Θεσσαλία κατέλαβε την Λάρισα και τις γύρω περιοχές ,εκτέλεσε τους Λατίνους διοικητές και κατέστρεψε τις λατινικές κτήσεις. Μέχρι το 1218 δεν είχε μείνει κανένας Φράγκος στην Θεσσαλία.[2]
Μετά την εκδίωξη των Φράγκων από την Κωνσταντινούπολη (1261) οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας έσπευσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Με επικεφαλής τον ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ ΄Αγγελο, ο οποίος κατείχε ολόκληρη την δυτική Θεσσαλία και ένα μέρος της ανατολικής, από τον ΄Ολυμπο στον Βορρά ως τον Παρνασσό στον Νότο και τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ΄Η Παλαιολόγο, ο οποίος κατείχε γαίες στην Βορειοανατολική Θεσσαλία , ενώ άλλες τις είχε προσφέρει σε διάφορα πρόσωπα , ως ένδειξη εύνοιας για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στο κράτος και άλλες στα μοναστήρια , οι υπόλοιποι γαιοκτήμονες ,όπως για παράδειγμα οι Μελισσηνοί ή Μαλιασηνοί , οι Στρατηγόπουλοι , οι Γαβριηλόπουλοι ήταν οι ουσιαστικοί κύριοι της θεσσαλικής γης στο Β΄ μισό του 13ου αιώνα[3].Οι Μελισσηνοί διαφαίνεται πως ήταν οι πιο σημαντικοί απ΄ αυτούς ,καθώς είχαν στην κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης κυρίως στην Ανατολική Θεσσαλία (ήταν τοπάρχες της Δημητριάδος/ Βόλου) και συνάμα φρόντιζαν μέσω αγορών γης να επεκτείνουν την περιοχή εξουσίας και τα έσοδά τους. Παράλληλα φρόντιζαν να ιδρύουν μοναστήρια, όπως της Παναγίας της Μακρινίτισσας στο βουνό Δρουγκός της οροσειράς του Πηλίου, κοντά στην σημερινή Μακρινίτσα και του Ιωάννη του Πρόδρομου κοντά στο χωριό Δριανούβαινα στην σημερινή Πορταριά.
Η ιδιοκτησία των μεγάλων εκτάσεων και η προσπάθεια διατήρησης της ήταν η βασική συνιστώσα καθορισμού της πολιτικής των γαιοκτημόνων, τόσο μεταξύ τους όσο κυρίως απέναντι στην κεντρική εξουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαμάχη του ανήλικου σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας Ιωάννη Β΄ Αγγέλου Κομνήνου με την μητέρα του Άννα , η οποία κυριαρχούσε στην ΄Ήπειρο. Επειδή η ΄Αννα ήθελε να καταλάβει και το φρούριο του Φαναρίου , δεκαοχτώ γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας εξόπλισαν ένα σώμα 30 ιππέων και το έστειλαν στο στρατόπεδο του υποστηρικτή τους του δούκα της Αθήνας Γκυ ντε Λαρός Β΄, ο οποίος συγκέντρωσε τον στρατό του κοντά στον Δομοκό. ΄Όταν πέθανε ο Ιωάννης ΄Β στα 1318 , οι Θεσσαλοί γαιοκτήμονες αντέδρασαν εναντίον του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, επειδή θεώρησε την Θεσσαλία <<χηρεύον φέουδο>>.Οι γαιοκτήμονες αποφάσισαν να μοιραστούν όλη την περιοχή μεταξύ τους. Ξέσπασε μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ τους ειδικά στην περιφέρεια της Λάρισας. Το αποτέλεσμα ήταν σε όλη την περιοχή να ξεσπάσει αναρχία από το 1318 ως το 1324.Από αυτή την κατάσταση επωφελήθηκαν οι Καταλανοί και κατέλαβαν όλοι σχεδόν την νότια περιοχή της Θεσσαλίας και της Φθιώτιδας.[4]
Άλλο παράδειγμα το οποίο επιβεβαιώνει άλλωστε την στάση των τοπαρχών-γαιοκτημόνων , είναι η σύμπλευση του Γαβριήλ Μελισσηνού το 1309 και του γιου και διαδόχου –κληρονόμου της έγγειας ιδιοκτησίας του Στεφάνου με τους Καταλανούς .Ο τελευταίος νομιμοποιούμενος και αναγνωρισμένος από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο με τον τίτλο του <<Σεβαστοκράτορα>>, ανεξαρτητοποιήθηκε και αύξησε την δύναμή του, την οποία επεδείκνυε απονέμοντας διακρίσεις και αξιώματα σε επιχώριους βυζαντινούς Θεσσαλούς αρχοντίσκους , λαϊκούς και κληρικούς στην περιοχή που διαφέντευε. Διαβλέποντας την αυξανόμενη ισχύ των Καταλανών φρόντισε να συνάψει φιλικές σχέσεις με τον αρχιστράτηγο των Καταλανών Όθωνα De Novelles και να συγγενέψει μαζί του προσφέροντας σ’ αυτόν ως σύζυγο την αδελφή του ΄Άννα Μελισσηνή και ως προίκα μεταξύ άλλων περιοχών και ολόκληρη την τοπαρχία της Δημητριάδας. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε να σώσει την περιουσία του από τις επιδρομές των Καταλανών , ν’ αποφύγει την ενσωμάτωση της στο καταλανικό δουκάτο των Αθηνών και να περιβληθεί με μεγαλύτερο ακόμα κύρος η εξουσία του. Προκειμένου να καταδειχθεί η σημασία των χειρισμών του Γαβριηλόπουλου[5], αξίζει να σημειωθεί το γεγονός , ότι ο γάμος της ορθόδοξης Άννας και του καθολικού ΄Όθωνα, έγινε <<κατ’ εξαίρεσιν και κατ’ οικονομίαν>>για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και συναλλαγής , καθώς απαγορεύονταν στους καθολικούς να παντρεύονται ορθόδοξες.[6]
Μετά τον θάνατο[7] του Στέφανου Γαβριηλόπουλου (1333) ξέσπασε άλλη μια μεγάλη αναταραχή στα εσωτερικά πράγματα της Θεσσαλίας , καθώς πολλοί επιχώριοι άρχοντες και αρχοντίσκοι μέχρι τότε υποτελείς του , εκδήλωσαν τάσεις ανεξαρτητοποίησης , καταλύοντας κάθε έννοια εξάρτησης από τους νόμιμους κληρονόμους του οίκου των Γαβριηλόπουλων. Στο ίδιο κλίμα διεκδίκησης της περιουσίας του οίκου κινήθηκαν και οι ηγεμόνες του δεσποτάτου της Ηπείρου με προεξάρχοντα τον Ιωάννη Β΄ Ορσίνι-Κομνηνό. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος διέταξε τον στρατηγό Κωνσταντίνο ή Μιχαήλ Μονομάχο να εισβάλει στην Θεσσαλία για να καταστήσει τους στασιαστές αρχοντίσκους , υπόφορους στο βυζαντινό στέμμα και να εκβάλλει από τις θεσσαλικές περιοχές του Φαναρίου, της Ελασσόνας και των Τρικάλων τα στρατεύματα του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι , ο οποίος στο μεταξύ είχε καταλάβει τις κρατικές γαίες και τις κτήσεις του Γαβριηλόπουλου[8]. Στους αντικειμενικούς σκοπούς του –άλωση Γόλου/ Βόλου, Καστριού και Λυκοστόμου και εμπέδωση της διαταραχθείσας <<ηρεμίας>>-δεν συγκαταλέγονταν η κατάληψη και κατοχή της ευρύτερης περιοχής της Δημητριάδας , την οποία ο Ανδρόνικος παρέδωσε στους Καταλανούς-αφού αποτελούσε προικώα κτήση του αρχιστράτηγου των Καταλανών ΄Οθωνα De Novelles και τελούσε υπό την διοίκηση του γυναικάδελφου του Στέφανου Γαβριηλόπουλου–φοβούμενος ίσως την στρατιωτική τους ισχύ[9].
Η αντίδραση της κεντρικής εξουσίας στις απαιτήσεις και στις ενέργειες των γαιοκτημόνων δεν πτόησε τους τελευταίους. Νέα αναταραχή σημειώθηκε στο υπόλοιπο μέρος της Θεσσαλίας κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου των ετών 1341-1347 , που ακολούθησε τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1341) .Σ’ αυτό το διάστημα οι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας , οι οποίοι είχαν τίτλους ,προνόμια και μεγάλη οικονομική ισχύ , η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι απειλούταν από τις εξεγέρσεις των Αλβανών[10] (1341) , που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή , συντάχτηκαν με τον σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου Ιωάννη Καντακουζηνό , ο οποίος απηχούσε τα συμφέροντα της βυζαντινής αριστοκρατίας της γης και ανάγκασαν τον εκπρόσωπο της αρχής των Παλαιολόγων στην Θεσσαλία Μιχαήλ Μονομάχο να εγκαταλείψει την έδρα του στην Λάρισα. Με την επικράτηση του Καντακουζηνού ανανεώθηκαν τα προνόμια τους και αναγνωρίστηκαν οι τίτλοι τους από τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό.
Τα προνόμια και οι τίτλοι τόσο των γαιοκτημόνων όσο και των μοναστηριών δεν απειλήθηκαν ούτε επί Σερβοκρατίας. Συγκεκριμένα , ο Κράλης της Σερβίας Στέφανος Δουσάν , κατέλαβε τις θεσσαλικές περιοχές μέχρι τον Πτελεό (1349) επωφελούμενος από τις δηώσεις των αλβανικών φαρών και την αδυναμία της κεντρικής διοίκησης περιορίστηκε όμως από τον Καντακουζηνό στην κατοχή της δυτικής Θεσσαλίας , δηλαδή του σημερινού διαμερίσματος Τρικάλων Καλαμπάκας. Την διοίκησή τους εμπιστεύθηκε στον αδερφό του Συμεών Ούρως ή Ούρεση. Σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι , όπως φαίνεται και από τα διάφορα χρυσόβουλα και άλλα σημαντικά έγγραφα του Στέφανου Δουσάν και του Συμεών Ούρεση , οι Σέρβοι σεβάστηκαν όχι μόνο την ιδιωτική και εκκλησιαστική περιουσία αλλά και τα επικυρούντα αυτήν χρυσόβουλα και δημόσια έγγραφα των προκατόχων αυτοκρατόρων και δεσποτών[11].
Η ανασκόπηση των πολιτικών εξελίξεων του 13ου και 14ου αποσκοπεί στην κατάδειξη της κατάστασης που επικρατούσε 50 χρόνια πριν την πρώτη οργανωμένη οθωμανική εισβολή στην Θεσσαλία. Οι εισβολές των Φράγκων, Καταλανών, Σέρβων και Αλβανών, οι έριδες των γαιοκτημόνων για την αύξηση της περιουσίας τους και την επέκταση της πολιτικής τους δύναμης και επιρροής και οι επεμβάσεις της κεντρικής εξουσίας , αναμφίβολα αποδυνάμωσαν την πολιτική ενότητα, κατέστρεψαν την οικονομία και οδήγησαν στην πληθυσμιακή αποψίλωση, κάνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο πιο εύκολη την επικράτηση των Οθωμανών. Σπουδαιότερη σημασία έχει όμως η συνοπτική εξέταση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των πλατιών αγροτικών μαζών , η οποία ήταν τόσο άσχημη που μπορεί άνετα να συγκαταλεχθεί στους λόγους εύκολης και σχεδόν αναίμακτης επικράτησης των Οθωμανών.



2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ



Παρά το γεγονός ότι οι ΄Έλληνες άρχοντες της Θεσσαλίας και της ΄Αρτας -μεταξύ άλλων δυνάμεων- θα μπορούσαν συνδράμουν στις αντιτουρκικές δραστηριότητες των Ευρωπσίων με σίτο αυτό δεν έγινε δυνατό. Η στυγνή εκμετάλλευση της αγροτικής δύναμης , οι καταπιέσεις , οι άθλιες συνθήκες υγιεινής και διαβίωσης σε συνδυασμό με τις ασθένειες και τους λιμούς , που ενέσκηπταν κατά καιρούς είχαν αποδυναμώσει σε μεγάλο βαθμό τον αγροτικό πληθυσμό , στον οποίο άλλωστε , όπως είναι φυσικό στηριζόταν η οικονομία της Θεσσαλίας .
Ειδικότερα οι αγρότες χωρίζονταν σε 3 κατηγορίες και καλύπτονταν από το ίδιο με τους υπόλοιπους αγρότες της βυζαντινής αυτοκρατορίας νομικό καθεστώς .Σύμφωνα με τα έγγραφα των μοναστηριών του Πηλίου[12] τα οποία άκμασαν τον 13ο αιώνα επιβεβαιώνεται ο θεσμός της δουλοπαροικίας με την διάκριση των γεωργών σε <<πάροικους >> και <<προσκαθήμενους>>. Τα έγγραφα τα οποία μνημονεύουν ιδιοκτησίες αγροτικών ακινήτων στην περιοχή της Μαγνησίας , άλλοτε κάνουν λόγο για<< προσκαθήμενους παροίκους>> κι άλλοτε για <<προσκαθήμενους>>.Πιθανόν να εννοούνται με τον πρώτο όρο οι καλλιεργητές , που είχαν συμπληρώσει 30 χρόνια εργασίας στο κτήμα , ενώ με τον δεύτερο αυτοί , που δεν είχαν συμπληρώσει 30 χρόνια και δεν μπορούσαν να ενδυθούν της ιδιότητας του <<πάροικου>> αλλά ήταν απλώς <<προσκαθήμενος.>>[13].Αυτοί δεν δικαιούνταν χωρίς την συναίνεση του κυρίου –ιδιοκτήτη , στον οποίο ανήκαν να εγκαταλείψουν το κτήμα ή ν’ αλλάξουν επάγγελμα , αλλά ήταν υποχρεωμένοι αυτοί και οι απόγονοί τους να μένουν στο κτήμα , στο οποίο γεννήθηκαν απολαμβάνοντας ένα μερίδιο των παραγόμενων προϊόντων. ΄Ήταν εγγεγραμμένοι στους καταλόγους και στο κτηματολόγιο του κτήματος μαζί με τα ζώα και τα είδη των γαιών (βοσκοτόπια, αμπέλια) , που ανήκαν στον ιδιοκτήτη.
Η νομοθεσία παρείχε την δυνατότητα στον ιδιοκτήτη να τους πωλήσει μαζί με το κτήμα όχι όμως και χωριστά , όπως τους δούλους .Οι δουλοπάροικοι των μονών και των εκκλησιών καθώς και των προνομιούχων ιδιωτών (χρυσοβουλάτων ,όσων κατείχαν αυτοκρατορικά χρυσόβουλα και εξκουσάτων, όσων ήταν απαλλαγμένοι από τους φόρους των γαιών) ήταν απαλλαγμένοι από πολλούς φόρους και εισφορές από τις οποίες στέναζαν οι ελεύθεροι καλλιεργητές .
Η τρίτη κατηγορία καλλιεργητών αποτελούνταν από τους ελεύθερους καλλιεργητές γης ή όπως παρουσιάζονται στα ιδιωτικά έγγραφα των ύστερων βυζαντινών χρόνων από τους μορτίτες. Η τάξη αυτή των ελεύθερων γεωργών ήταν εντελώς διαφορετική από τις άλλες δύο αφού αυτοί ήταν ιδιοκτήτες στην πλειονότητά τους μικρών γαιοκτησιών τις οποίες καλλιεργούσαν οι ίδιοι με την βοήθεια της χειρωνακτικής δύναμης των οικογενειών τους και αποζούσαν από το παραγόμενο προϊόν του μόχθου τους. Διέμεναν σε μικρούς οικισμούς για περισσότερη ασφάλεια οι οποίοι ονομάζονταν <<ελευθερικά χωρία>>.Μερικές φορές καλλιεργούσαν και τα κτήματα των <<δυνατών>> , όπως λέγονταν τότε οι γαιοκτήμονες , προκειμένου ως αντάλλαγμα να απολαμβάνουν μέρος των καρπών από την ετήσια παραγωγή. Οι ελεύθεροι καλλιεργητές είχαν τις ίδιες φορολογικές υποχρεώσεις με τους άλλους ιδιοκτήτες ακίνητης αγροτικής ιδιοκτησίας για την πληρωμή του έγγειου φόρου , που αναλογούσε στην έκταση γης , που είχαν στην κυριότητά τους .Δεν είχαν καμία νομική εξάρτηση ή δέσμευση εκτός από την συμβατική δέσμευση καλλιέργειας του κτήματος , που αναλάμβαναν την καλλιέργεια για ορισμένο χρόνο αντί καταβολής ποσοστού επί των καρπών με τον ιδιοκτήτη του κτήματος , το οποίο καλλιεργούσαν. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η καλλιέργεια του ξένου κτήματος δεν απάλλασσε τους καλλιεργητές από την υποχρέωση καταβολής του έγγειου φόρου της δικής ιδιοκτησίας Η καταβολή του έγγειου φόρου ήταν αναγκαστική και υποχρεωτική άσχετα και ανεξάρτητα από της συνθήκες καλλιέργειας του κτήματος αν δηλαδή είχε απολεσθεί η παραγωγή εξαιτίας εξωγενών παραγόντων (αφορία ,ασθένειες ,καιρικές συνθήκες .)[14]
Απ’ αυτά προκύπτει πως οι ελεύθεροι καλλιεργητές γης ήταν η πιο αδικημένη τάξη της βυζαντινής κοινωνίας , αφού εκτός από την αντιμετώπιση των δυσμενών κλιματολογικών συνθηκών και καιρικών φαινομένων , που απειλούσαν την παραγωγή και συνεπώς το εισόδημά τους είχαν να αντιπαλέψουν και την ληστρική και καταπιεστική συμπεριφορά των βυζαντινών φοροεισπρακτόρων , οι οποίοι προκειμένου να συγκεντρώσουν την ανάλογη έγγεια πρόσοδο δεν δίσταζαν να μεταχειρίζονται βάναυσα , ακόμη και με βασανιστήρια και φυλακίσεις τους ελεύθερους καλλιεργητές[15] . Οι φορολογικές υποχρεώσεις συνέτειναν στην εκδούλευση των ελεύθερων καλλιεργητών καθώς αναγκάζονταν να πωλήσουν τις ιδιοκτησίες του για να μπορέσουν να ζήσουν και να αποπληρώσουν τους φόρους .Την εξέλιξη αυτή αξιοποιούσαν τόσο οι Δυνατοί μεγαλογαιοκτήμονες , οι οποίοι έσπευδαν να αγοράσουν έναντι ευτελούς ποσού την έγγεια περιουσία των μικροκαλλιεργητών και να τους προσφέρουν κατάλυμα και προστασία από τις αρπακτικές διαθέσεις των φοροεισπρακτόρων , όσο και η εκκλησία η οποία προθυμοποιούταν να εντάξει την έγγεια περιουσία και τους ίδιους στην αφορολόγητη θαλπωρή της δύναμής της[16]
Για την καλύτερη θεώρηση της φορολογικής καταπίεσης κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε συνοπτικά τις φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις που αναφαίνονται από το Αργυρόβουλο Γράμμα του έτους 1267 το οποίο εκδόθηκε από τον τότε Δεσπότη της Ηπείρου (στην οποία υπαγόταν τμήμα της Θεσσαλίας ) Νικηφόρο Α΄ Άγγελο –Δούκα-Κομνηνό και απευθυνόταν στην Μονή της Οξείας Επισκέψεως της Πανάγνου Θεομήτορος ,της Μακρυνίτσας .M’αυτό το Αργυρόβουλο ο Δεσπότης της Ηπείρου εξαιρούσε το προαναφερθέν μοναστήρι από την καταβολή του <<ακρόστιχου>> , που ήταν έγγειος φόρος τον οποίο πλήρωναν οι εκκλησίές εκείνη την εποχή, όπως επίσης και από τους άλλους φόρους-14 σε είδος - που πλήρωναν . Χαρακτηριστικά πλήρωναν φόρους αγγαρείας, παραγγαρείας ,ψωμοζητίας ,χοιροδεκατίας καταθέσεως μιτάτου, δόσεως εξωτύπου, δόσεως γειμόρου, μελισσονομίου, διανομής Δουκικής και Κατεπανικής ,ωφελείας καστροκτησίας ,απαιτήσεως πλωίμων και απαιτήσεως νομίθρου. Αυτά και άλλα είδη φόρων ίσχυαν σ’ όλη την θεσσαλική ενδοχώρα όλη την διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα[17].
Ένα άλλο στοιχείο το οποίο κινείται στο ίδιο πνεύμα είναι το <<ορκομωτικόν γράμμα>> του Μιχαήλ Γαβριηλόπουλο , ο οποίος ήταν για ένα μικρό διάστημα (1295-1296) <<αυθέντης>> της Θεσσαλίας και κατοικούσε στην θεσσαλική πόλη Φανάρι κοντά στην Καρδίτσα. Το <<ορκομωτικόν γράμμα>> εξέδωσε το 1333 ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος καλώντας τους ισχυρούς παράγοντες κοσμικούς και εκκλησιαστικούς να το κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους κατοίκους του Φαναρίου. Καθόριζε τριών ειδών φορολογικές υποχρεώσεις προς τους υπηκόους του:τον <<κομέρκιο φόρο>> φόρος των εμπορικών συναλλαγών, τον φόρο της παρθενοφθορίας, που επιβαλλόταν στους βιαστές των παρθένων πέρα από τις άλλες ποινικές διώξεις και την πενταμίδεια. Παράλληλα απάλλασσε τους υπηκόους του από τους φόρους του σχετιζόμενους με την συγκομιδή των σιτηρών, τα αμπέλια, το κρέας ,τους βοσκότοπους την δεκάτη για τους χοίρους και για κτήσεις σε άλλες περιοχές[18] .
Τέλος , σε αντιδιαστολή με την κατάσταση των τριών κατηγοριών των αγροτών οι γαιοκτήμονες αποτελούσαν ισχυρότατη μειονότητα , η οποία εκμεταλλεύονταν τον πλούτο της θεσσαλικής γης .Οι κτήσεις τους ήταν μεγάλης έκτασης και περιελάμβαναν κάθε κατηγορία γης (νομαδιαίες ,κτηνοτροφικές, καλλιεργήσιμες και μη, δασικές εκτάσεις ,λίμνες ,ορεινές ή πεδινές περιοχές ακόμη και ιδιόκτητα χωριά. Αυτές οι εκτάσεις γης ανάλογα με την έκταση και το περιεχόμενό τους ονομάζονταν <<Πρόνοιες>>, <<Επισκέψεις >>, Στάσεις >>,<<Υποστάσεις >>,και <<Ζευγολατεία>>.[19]
Σκοπός της συνοπτικής θεώρησης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της Θεσσαλίας είναι να καταδείξει το πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των ανώτερων στρωμάτων(γαιοκτημόνων) και των άλλων τριών κατηγοριών των δουλοπάροικων. Μέσα απ’ αυτήν μπορεί να κατανοήσει κανείς ευκολότερα τους λόγους ανυπαρξίας αντίστασης στους Οθωμανούς κατακτητές αφ’ ενός από την πλευρά των αγροτικών μαζών και αφ’ ετέρου από την πλευρά των γαιοκτημόνων οι οποίοι επέδειξαν διάθεση συνεργασίας με τους κατακτητές .



3. Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΑΤΑKTHΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ



Ο θάνατος του Σέρβου βασιλιά (κράλη) Στέφανου Δουσάν (1331-56) και η παραίτηση από τα κοσμικά καθήκοντα του Σερβοβυζαντινού μονάρχη της Θεσσαλίας (1381) Συμεών Ούρως Παλαιολόγο (ενεδύθη το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Ιωάσαφ) αποδυνάμωσε τον μοναδικό πόλο αντίστασης στην οθωμανική κατακτητική πορεία προς τα Βαλκάνια. Η κατάληψη των Σερρών το 1383 άνοιξε τον δρόμο για την κατάκτηση της Θεσσαλίας .Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η κατάκτηση της Θεσσαλίας πραγματοποιήθηκε σε τρεις φάσεις ( Α΄ φάση c. 1386-7, Β΄ φάση c.1392-3 έως 1396-7, Γ΄ φάση c. 1414/ 1423 και εξής )[20] καθώς αλλού οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν οργανωμένη αντίσταση (κυρίως στις βενετοκρατούμενες περιοχές ), ενώ αλλού οι κάτοικοι προτίμησαν να συνθηκολογήσουν και να παραδοθούν. Επιπλέον , όπως είναι φυσικό πολλές πόλεις και χωριά ανακαταλήφθηκαν από τους Βυζαντινούς , εξαιτίας της απασχόλησης των Οθωμανών σ’ άλλα πολεμικά μέτωπα αλλά και λόγω των συμφωνιών του 1403 και 1413 με τους Βυζαντινούς περί παραχώρησης κατειλημμένων εδαφών στους τελευταίους [21].
Η πορεία κατάληψης των θεσσαλικών περιοχών φαίνεται πως έγινε σχετικά εύκολα και αναίμακτα. Για παράδειγμα ο ξακουστός στρατάρχης και κατακτητής της Θεσσαλίας Εβρενός [22] κατέλαβε την Λάρισα (κατά την ΄Α φάση )χωρίς να αντιμετωπίσει αντίσταση από των τοπικό βυζαντινό δυνάστη Αλέξιο ΄Αγγελο Φιλανθρωπινό , ο οποίος κατέφυγε και οχυρώθηκε για λίγο διάστημα στα Τρίκαλα. Επίσης και η κατάληψη του Δομοκού και των Φαρσάλων από τον Βαγιαζήτ Α΄ (τέλη 1393) έγινε την ώρα που έλειπε ο τοπικός ηγεμόνας πιγκέρνης (τίτλος βυζαντινού αξιωματούχου ή μέλος οικογένειας των Επικερναίων ; [23]) και οι κάτοικοι συνθηκολόγησαν. Το αυτό έγινε και στην περίπτωση των Σαλώνων (Άμφισσας ) , όπου ο τοπικός επίσκοπος Σεραφείμ προσπαθώντας να απαλλάξει την πόλη του από την καταπίεση των Λατίνων και της συμμάχου αυτών Ελένης Καντακουζηνής[24] κάλεσε τον Βαγιαζήτ δήθεν για να κυνηγήσει Στην περίπτωση της συνθηκολόγησης του Πλαταμώνα ο κατακτητής προσέφερε στους κατοίκους προνόμια (φοροαπαλλαγές ) με αντάλλαγμα την φύλαξη του φρουρίου[25].Βέβαια η χωρίς βία κατάκτηση του θεσσαλικού χώρου δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την συμπαράσταση και αρωγή των τοπικών γαιοκτημόνων , οι οποίοι διείδαν στην νέα εξέλιξη που λάβαινε χώρα την ευκαιρία διατήρησης των κεκτημένων τους.
Η γρήγορη εξάπλωση των Οθωμανών οφείλεται στο σύστημα των άκρων (ουτς- uη) , το οποίο συνίστατο στην κατάληψη μιας περιοχής συνήθως από έναν γαζή (πολεμιστή του κορανίου-μαχητή της πίστεως ) , ο οποίος αυτόχρημα χριζόταν ουτς εμίρης (uç emır).Η καταληφθείσα περιοχή αποτελούσε περιοχή της δικής του ποικίλης δικαιοδοσίας (στρατιωτικής ,πολιτικής φορολογικής ).Κοντά σ’ αυτόν υπήρχαν οι υποτελείς του ουτς μπέηδες (uç beğler) .Η περιοχή δικαιοδοσίας θεωρούταν προσωρινή κατάκτηση με την προϋπόθεση ότι οι γειτονικές περιοχές έπρεπε –σε μιαν αέναη πορεία κατάκτησης -να τεθούν υπό τον έλεγχο του. Ακολούθως οι Οθωμανοί έσπευδαν να θέσουν την υπό κατάκτηση περιοχή σε καθεστώς υποτέλειας είτε ερχόμενοι σε συνεννόηση με τους τοπικούς άρχοντες καθιστώντας τους έτσι υποτελείς είτε εξοντώνοντας την τοπική αριστοκρατία. Το επόμενο βήμα ήταν η δήωση των τοπικών φρουρίων –οχυρών και η εγκατάσταση φρουράς συνήθως από άλλα απομακρυσμένα μέρη[26].Ασφαλώς μεγάλο ρόλο έπαιζαν και τα επανδρωμένα από ντόπιους στρατιωτικά σώματα (βοινούκοι, μουσελλέμηδες ακιντζί)[27], τα οποία έναντι προνομίων-παροχής τίτλων βοηθούσαν την πραγμάτωση των οθωμανικών σχεδίων.
Τόσο στους Οθωμανούς στρατιώτες που πολεμούσαν για την επέκταση του Ισλάμ( σπαχήδες-sipahiler ) όσο και στα βοηθητικά σώματα που αποτελούνταν και από ντόπιους παρέχονταν τιμάρια-συνήθως στους βυζαντινούς προνοιάριους της κατώτατης αριστοκρατίας της γης , οι οποίοι έπρεπε να έχουν στρατιωτική καταγωγή και να έχουν επιδείξει γενναιότητα στην μάχη ονομάζονταν κιαφίρ ή ιχριστιάν σιπαχιλέρ[28]-(δωρεά η οποία παραχωρούνταν κανονικά προσωρινά ως ανταμοιβή για την προσφορά στρατιωτικής ή πολιτικής υπηρεσίας αποτελούμενη τόσο από φορολογικά έσοδα όσο και από κείνα που προέρχονταν από την αξιοποίηση του τιμαριακού πλεονάσματος ).Η αναγνώριση του ρόλου των Θεσσαλών χριστιανών και μουσουλμάνων σπαχήδων φαίνεται από το γεγονός ότι σπαχήδες από την Ρούμελη πολέμησαν στο πλευρό του Βαγιαζήτ Α΄ στην μάχη της Άγκυρας (1402) ενώ το 1413 ο Σινάν βέης διοικητής των Τρικάλων και ο Πασά Γιγίτ βευς των Σκοπίων συμμετείχαν στον οθωμανικό εμφύλιο[29] πόλεμο. Μάλιστα επί Μουράτ Β΄ οι <<άρχοντες της Θεσσαλίας >> αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Οθωμανών το 1422 κατά της Κωνσταντινούπολης και το 1430 κατά της Θεσσαλονίκης[30].Σύμφωνα με τις πηγές 36 από τους 182 τιμαριούχους των Τρικάλων το 1455 ήταν χριστιανοί[31].Την ίδια περίοδο και ως το16ο αιώνα υπήρχαν στα Τρίκαλα 103 χριστιανοί βοινούκοι και 203 γιαμακ(yamak) ίσως ήταν απόγονοι των κατόχων μικρών γαιοκτησιών (μπάσταινες ) της περιόδου του Στέφανου Δουσάν (1333-1355)[32].Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολλοί απ’αυτούς αν δεν εξισλαμίστηκαν αμέσως , όπως για παράδειγμα οι Αλβανοί Χαμζά βέης καταγόμενος από την οικογένεια του Καστριώτη και Γιακούμπ βέης καταγόμενος από την οικογένεια Μουζάκη κυβερνήτες της Αλβανίας την εποχή του Μουράτ Β΄, το έπραξαν στο αμέσως επόμενο διάστημα. Έτσι σε 2-3 γενιές απογόνων είχαν εξισλαμιστεί πλήρως [33]
Η συνεισφορά των Δερβίσηδων υπήρξε καθοριστική στον εξισλαμισμό των ντόπιων . Ήδη από την ίδρυση της πρώτης μπεκτασικής κοινότητας στα Βαλκάνια (Δοβρουτζά 1263) με επικεφαλής των Σαρί Σαλτήκ μαθητή και συνεργάτη του Χατζή Μπεκτάς παρατηρήθηκε έντονη όσμωση με τους ντόπιους[34].Αυτό το προγεφύρωμα του ετερόδοξου Ισλάμ έμελλε να παίξει σπουδαίο ρόλο στην εξάπλωση του ετερόδοξου Ισλάμ στα Βαλκάνια , καθώς την εποχή των βυζαντινών εμφυλίων πολέμων τόσο μεταξύ των Ανδρονίκων Β΄ και Γ΄ όσο και μεταξύ του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου , οι Δερβίσηδες προωθούνταν στα Βαλκάνια με τα τουρκικά στρατεύματα που πολεμούσαν –ως σύμμαχοι-πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο διεκδικητή του βυζαντινού θρόνου. Το οθωμανικό σουνιτικό ιερατείο αντιδρούσε σθεναρά στην διδασκαλία των ετερόδοξων δερβίσηδων επειδή αυτοί δίδασκαν την εμφορούμενη από τον θρησκευτικό συγχρωτισμό και συνδυασμό πολλών ετερόκλιτων στοιχείων ανοχή. Η αντίδραση στην καταπίεση του σουνιτικού κατεστημένου φάνηκε στην εξέγερση του σεΐχη Μπεντρεντίν στις αρχές του 15ου αιώνα η οποία έλαβε χώρα κυρίως στα Βαλκάνια[35].Ωστόσο οι πρώτοι Οθωμανοί Σουλτάνοι και τα σημαίνοντα μέλη της τάξης των στρατιωτικών (ασκέρι) ήταν οι ίδιοι φορείς και κοινωνοί των μυστικιστικών ιδεών των Δερβίσηδων. Οι πρώτοι μάλιστα καλούσαν τους επώνυμους Σείχιδες (πρώτοι τη τάξει στο δερβίσικο τάγμα) για να πάρουν την ευλογία τους ή να τους συνοδεύσουν στην εκστρατεία.
Χαρακτηριστικό της σημασίας των δερβίσηδων στην εξάπλωση των Οθωμανών είναι το γεγονός ότι οι Σουλτάνοι και οι διοικητές των άκρων στην Βαλκανική παρείχαν στους δερβίσηδες όλα τα εχέγγυα (μεγάλες εκτάσεις γης φοροαπαλλαγές ) προκειμένου οι τελευταίοι να ιδρύσουν τεκέδες στις κατακτημένες περιοχές. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τεκέδες [36]ή ζαβιγιέδες-zavıye (παρατηρητήρια) δεν αποτελούσαν μόνο χώρους πνευματικής περισυλλογής αλλά εκπλήρωναν και θεμελιώδεις ανάγκες της νέας πολιτικής αρχής. Λειτουργούσαν ως φυλάκια, κέντρα ανεφοδιασμού στρατιωτικών μονάδων, ξενώνες , ψυχιατρεία, κέντρα σιτισμού των εποίκων και προπαγάνδας . Έτσι στις επιχειρήσεις του Εβρενός που κατέληξαν στην κατάληψη της Λάρισας το 1392-1993 συμμετείχε και ο ονομαστός Δερβίσης Χασάν Μπαμπά , ο οποίος κατέλαβε το κάστρο της Ωριάς και πραγματοποίησε τους πρώτους εποικισμούς μουσουλμάνων στην βόρεια Θεσσαλία. Μάλιστα το 1490 χτίστηκε στην έξοδο των Τεμπών από τον Ομέρ Βέη τζαμί και καραβάν σεράι κοντά στο χωριό Χασάν Μπαμπά στο οποίο διαβιούσαν 35 μουσουλμανικές οικογένειες απολαμβάνουσες φοροαπαλλαγών.[37]
Μια άλλη πτυχή της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας αποτελεί η αγαθοεργός δράση των Οθωμανών σπαχήδων-γαζήδων οι οποίοι για τον ηρωισμό και πολεμική διάθεση που επέδειξαν κατά την περίοδο των πολεμικών επιχειρήσεων ανταμείφθηκαν με την παροχή τιμαριακής γης .Οι σπουδαιότεροι απ’ αυτούς τους ευεργέτες ήταν ο Γαζή Εβρενός και ο Τουραχάν Μπέης και οι γιοι του Ομέρ και Χασάν [38],ο πρώτος μάλιστα παραχώρησε τιμάρια και σε χριστιανούς[39].Μόνο στην περιοχή των Τρικάλων ο Τουραχάν έχτισε 1 τζαμί ,2 μεστζίντ, 2 ζαβιγιέδες ,1 χαμάμ .Η αγαθοεργός δράση δεν θα ήταν δυνατή εάν δεν είχε εισαχθεί στην Θεσσαλία ένα νέο φεουδαρχικό σύστημα από τον Βαγιαζήτ Α΄ (γύρω στο 1397). Σύμφωνα μ’ αυτό οι γαίες χωρίστηκαν σε σουλτανικές ,βακούφια και φέουδα σπαχήδων (ζιαμέτια δηλαδή μεγάλα φέουδα που κατείχαν οι ζαίμηδες και μικρά φέουδα που κατείχαν οι τιμαριούχοι). Το νέο σύστημα , στο οποίο περισσότερο φορολογούνταν η εργασία και οι υπηρεσίες παρά τα χρήματα και τα εμπορεύματα σε συνδυασμό με την ειρήνη που επέβαλε το οθωμανικό κράτος -τουλάχιστον στον κάμπο-και την καταγραφή των γαιοκτησιών κάθε 20-30 χρόνια στους καταλόγους οδήγησε στην βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών.
Η επανίδρυση πόλεων , οι οποίες είχαν καταστραφεί (εξαιτίας πολέμων ή φυσικών καταστροφών) ή εγκαταλειφθεί αποτέλεσε ένα από τα κύρια συστατικά της πολιτικής των Οθωμανών προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους .Για παράδειγμα η Λάρισα την εποχή της κατάκτησης της Θεσσαλίας εάν δεν ήταν έρημη τουλάχιστον είχε μεταβληθεί σε ερειπιώνα [40].Οι Οθωμανοί εγκαταστάθηκαν στο νότιο τμήμα της πόλης αφήνοντας τους χριστιανούς να κατοικούν στην περιοχή γύρω απ’ το κάστρο. Γύρω στα τέλη του 15ου αιώνα άρχισαν να ανεγείρουν δημόσια κτήρια και κοινωφελή ιδρύματα ενώ δεν κατασκευάστηκε νέο τοίχος ,γεγονός που αποδεικνύει την εγκαθιδρυμένη ασφάλεια του οθωμανικού κράτους. Η επανίδρυση με το (νέο όνομα Yeni Şehir) της πόλης χρονολογείται γύρω στο 1400 από τον Βαράκ βέη γιο του Εβρενός βέη. [41]
Τα Τρίκαλα το 1454/55 είχαν 70,63% μουσουλμανικό πληθυσμό και κατοικούσαν σε 8 συνοικίες και σε μια κοινότητα απελεύθερων μουσουλμάνων του Τουραχάν και Ομέρ μπέη. Ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας (σαντζάκι της Θεσσαλίας ) στην οποία έμενε Ομέρ μπέης[42] .Την ίδια περίοδο η Λάρισα είχε 11 μουσουλμανικές συνοικίες και μόνο 1 χριστιανική! (περίπου το 90% του πληθυσμού ήταν μουσουλμάνοι[43]).Σημειωτέον ότι από τα 355 άτομα των μουσουλμανικών οικογενειών οι 217 ήταν τεχνίτες γεγονός που αποδεικνύει-παρά την εντύπωση ότι οι περισσότεροι ανήκαν στην τάξη των στρατιωτικών-ότι το οθωμανικό κράτος απέδιδε μεγάλη σημασία στην αξία των τεχνιτών προκειμένου να αναζωογονηθεί μια πόλη ή ένας οικισμός . Η οικιστική ανάπτυξη της Θεσσαλίας είναι απότοκη της οικονομικής βελτίωσης που επέφερε η οθωμανική κατάκτηση:το συγκεντρωτικό κράτος καθόρισε τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων (μιλλέτ),τις σχέσεις αγροτών και γαιοκτημόνων. Η λεπτομερής καταγραφή των κατοίκων (νομική υπόσταση του ατόμου οικονομική και κοινωνική κατάσταση περιουσιακά στοιχεία) σε μητρώα –κατάστιχα κάθε 30-40 χρόνια αποτελούσε δικλείδα ασφαλείας –τουλάχιστον τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης – προκειμένου να μην καταπιέζονται οι λιγότερο δυνατοί. Η κοινωνική ειρήνη που επικράτησε –εν μέρει και από την αποφασιστική τήρηση των κατάστιχων και των νομικών διατάξεων-συνέβαλε στην εξάπλωση του αστικού πληθυσμού στα Βαλκάνια. Συνακόλουθη της οικιστικής ανάπτυξης –και προϋπόθεση της –ήταν η ανάπτυξη της οικονομίας .Οι κάτοικοι άρχισαν και πάλι να καλλιεργούν την γη και να παράγουν τα προϊόντα της θεσσαλικής γης :κυρίως δημητριακά, εσπεριδοειδή, πρόβατα, βόδια, άλογα-η φυλή της Θεσσαλίας ήταν ονομαστή για την ανθεκτικότητα, ταχύτητα, δύναμη και μεταφορική ικανότητα- βούτυρο. μέλι, κερί και ξυλεία. Μάλιστα ένα μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής της Θεσσαλίας –μαζί μ’ αυτήν της Μακεδονίας ,Θράκης και των παραδουνάβιων ηγεμονιών –φυλασσόταν για εξαγωγή στην Κωνσταντινούπολη. Ο κρατικός παρεμβατισμός –υπήρχαν κανονισμοί για την εγγύηση της σταθερής σοδειάς των καλλιεργειών και μερικοί γεωργοί υποχρεώνονταν να δίνουν την παραγωγή τους σε αυστηρά καθορισμένες τιμές-αποτελούσε εφαλτήριο για την ομαλή λειτουργία της αγοράς ακόμη και σε συνθήκες ανάγκης[44].Επίσης η παρέμβαση του κράτους συνέβαλε -με το σύστημα των συντεχνιών- στον καλύτερο διοικητικό και δημοσιονομικό έλεγχο του αστικού πληθυσμού.
Ανακεφαλαιώνοντας πρέπει να πούμε ότι κατά γενική ομολογία η οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας μ’ όλες τις παραμέτρους που την χαρακτήριζαν επέφερε αλλαγές σ’ όλες τις υποστάσεις της ζωής των κατακτημένων. Η δύναμη της κεντρικής εξουσίας και η αστραπιαία επέκταση του οθωμανικού πολιτικού συστήματος εισήγαγε ένα πιο ανθρώπινο γαιοκτητικό σύστημα, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής και της προηγούμενης κατάστασης .Η κοινωνική ηρεμία συνετέλεσε στην οικιστική ανάπτυξη και στην πληθυσμιακή αύξηση αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η οικονομική-βιοτεχνική πρόοδος Βέβαια αρωγός της εξέλιξης υπήρξε όχι μόνο η ντόπια φεουδαρχία-αριστοκρατία η οποία προτίμησε να περιστείλει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες της περιορίζοντας την έκταση των γαιών αλλά και να εξισλαμιστεί προκειμένου να μην χάσει τα προνόμια της αλλά και η εκκλησία , η οποία κινήθηκε στην ίδια πορεία συνεννόησης με τον κατακτητή.[45]Κοντά σ’ αυτά η δράση των δερβίσηδων και ο προσηλυτιστικός τους ρόλος αποτέλεσαν το ασφαλέστερο εφαλτήριο προς αυτήν την κατεύθυνση. Καμιά όμως από τις πτυχές της οθωμανικής κατάκτησης δεν θα πραγματοποιούνταν χωρίς την συμμετοχή των νομάδων εποίκων.


4. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗΣ - ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ



Μια από τις μεθόδους διασφάλισης των οθωμανικών κτήσεων τόσο στην Ανατολία όσο και στα Βαλκάνια ήταν η μαζική εκτόπιση-μετανάστευση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων και η μεταφορά τους στα κατακτημένα εδάφη. Οι πληθυσμιακές ομάδες αποτελούνταν κυρίως από Τουρκομάνους νομάδες , οι οποίοι κατά τον 11ο αιώνα άρχιζαν να πλημμυρίζουν τις στέπες τις Μικράς Ασίας πιεζόμενες από τις ομόφυλές τους μογγολικές .Η άφιξη και εγκατάσταση τους ήταν σταδιακή καθώς ολοένα και περισσότερο αύξανε ο πληθυσμός τους λόγω των νέων αφίξεων των ομοφύλων τους από την κεντρική Ασία. Δυστυχώς οι υπάρχουσες πηγές δεν επιβεβαιώνουν με ακρίβεια τον αριθμό τους σίγουρο όμως είναι ότι ήταν εκατοντάδες χιλιάδες και ότι καθώς μεγάλωνε η πίεση των Μογγόλων όλο και περισσότεροι έβρισκαν καταφύγιο στην Μικρά Ασία. Η μετανάστευση κράτησε μέχρι των 14ο αιώνα αφού πλέον οι φυλετικές ομάδες είχαν φτάσει ως τα παράλια της Δυτικής Μικράς Ασίας .Αποφασιστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι οι κρατικές υποστάσεις (εμιράτα) που δημιουργήθηκαν στην Μικρά Ασία <<έσπρωχναν>> τους νεοφερμένους επήλυδες ολοένα και πιο δυτικά. Οι Γιουρούκοι (Yürükler) μια από τις φυλές των νομάδων [46]ή ίσως μια ονομασία η οποία χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τους νομαδικούς τουρκμενικούς πληθυσμούς , που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία (παράγεται από το παλαιοτουρκικό ρήμα-yori- περπατώ, βαδίζω σε πορεία και απαντάται στις τουρκικές γλώσσες με φωνηεντικές παραλλαγές [47]) εγκαταστάθηκαν στην Μικρά Ασία μόνιμα πλέον ασχολούμενοι όμως σε μεγάλο βαθμό με την κτηνοτροφία. ΄Όμως η εγκατάσταση των νομάδων στην Ανατολική πλευρά του βυζαντινού κράτους είχε αρνητικό αντίκτυπο στην εδαφική του ακεραιότητα αφού επιτάχυνε την διαδικασία του εξισλαμισμού και εκτουρκισμού των κατοίκων της Μικράς Ασίας.
΄Όπως είναι φυσικό η θεσμοθετημένη κινητικότητα διαπερνούσε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των νομάδων. Οι Τουρκομάνοι έκαναν μεταναστεύσεις –κατακτήσεις σε αντίθεση με τους αραβικούς –κουρδικούς πληθυσμούς που επέδραμαν για να αρπάξουν λάφυρα. Εξάλλου το καραβάνι εύκολα μετατρέπονταν σε επεκτατική ορδή,[48]αφού η εξάπλωση του καραβανιού εξαρτιόταν άμεσα από τα μεταφορικά μέσα τα οποία χρησιμοποιούσε. Στις στέπες το άλογο διευκόλυνε την βοσκή λειτουργούσε ως γαλακτοπαραγωγός μονάδα ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε και ως μεταφορικό μέσο και συντελούσε στην συγκρότηση του στρατού. Αν σκεφτεί κανείς τον τεράστιο αριθμό αλόγων που εξέτρεφαν οι νομάδες και πως συνήθως ο κάθε νομάδας είχε στην κατοχή του 2-3 άλογα για την φόρτωση της λείας δεν είναι δύσκολο να καταλάβει ,πως το ιππικό συνέτριβε το πεζικό των μόνιμα εγκατεστημένων αγροτών. Η συντριβή των αντιπάλων οφειλόταν στον τρόπο μάχης και στα όπλα που χρησιμοποιούσαν οι νομάδες .Απέναντι στα σπαθιά και τα κοντάρια των πεζών οι νομάδες αντιπαρέτασσαν το τόξο και τις γρήγορες και ορμητικές επιθέσεις με άλογα. Αυτό σε συνδυασμό με την αξιοποίηση τεχνικών μάχης( ενέδρες τεχνάσματα, οργανωμένες υποχωρήσεις –επιθέσεις) και με την συνοδεία σουλτανικού στρατού έκανε την υπεράσπιση τόπων με άσχημη οχύρωση απολύτως μάταιη.[49]
Από την θεσμοθετημένη κινητικότητα εξαρτιόταν και η κοινωνική σύνθεση της φυλής. Η κινητικότητα όμως προϋπέθετε την απουσία εγκατάστασης η οποία στην περίπτωση των νομάδων όποτε και αν συνέβαινε ήταν παροδική και εξαρτιόταν από εξωτερικούς παράγοντες (καιρικές συνθήκες ,γιορτές –πανηγύρια σχετιζόμενα με τις λατρευτικές τους συνήθειες). Εξάλλου το χορτάρι το οποίο ούτως ή άλλως ανανεώνεται κάθε χρόνο δεν απαιτεί καλλιέργεια -μόχθο. Ορμώμενοι απ’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι και η κατοχή ιδιοκτησίας με την μορφή γαιοκτησίας ήταν τελείως περιττή αφού η κοινοκτημοσύνη των βοσκότοπων εξασφάλιζε τα μέσα για την αναπαραγωγή της φυλής .Αυτές οι συνθήκες , οι οποίες δεν προϋπέθεταν ανάπτυξη ατομικής πρωτοβουλίας , έκαναν προτιμότερη την πατριαρχική οργάνωση της φυλής .Το πολυάνθρωπο σύνολο προερχόταν από μια κοινή γενεά εκπρόσωπος της οποίας ήταν το γηραιότερο άτομο της οικογένειας /φυλής /πατριάς το οποίο χάρη στην ποικίλη εμπειρία του μπορούσε να εγγυηθεί τις καλύτερες λύσεις και να <<υποδυθεί>> τον ρόλο του εργοδότη, δικαστή, ηγεμόνα, εκπαιδευτή πολέμαρχου. Ασφαλώς η τυφλή υπακοή στο πρόσωπο του αρχηγού ήταν αυτονόητη προκειμένου να μην διαταραχθεί η εσωτερική ηρεμία της φυλής , την οποία αυτός εξασφάλιζε.
Ανεξάρτητη από την κινητικότητα δεν ήταν η ιδιοκτησία , η οποία περιοριζόταν στις αγέλες ζώων αλόγων ,ίππων, προβάτων, βοδιών και στη λεία (που βασιζόταν και στους σκλάβους τους οποίους αργότερα πωλούσαν) από τις ληστρικές επιδρομές .Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι την μεγάλη πομπή της ανθρώπινης μάζας συνόδευαν παπουτσήδες ,πεταλωτές ,ραφτάδες, κατασκευαστές βελών, τόξων, σιδηρουργοί, φαρμακοποιοί, ανεφοδιαστές τροφίμων , ενώ και η θέση της γυναίκας της γυναίκας ήταν ανάλογη[50]. Ωστόσο οι νομάδες φαίνεται πως είχαν βασικές γνώσεις καλλιέργειας κυρίως όμως καλλιεργούσαν κεχρί. [51]
Η κεντρική εξουσία φρόντισε να εκμεταλλευτεί την ιδιότητα και τον χαρακτήρα των νομάδων εγκαθιστώντας τους κατά χιλιάδες στα εδάφη της Μικράς Ασίας .Τόσο οι Σελτζούκοι όσο και οι Οθωμανοί αλλά και οι Βυζαντινοί[52] αξιοποίησαν τον φιλοπόλεμο χαρακτήρα τους και κυρίως την ανθρώπινη ανάγκη για στέγη και μόνιμη εγκατάσταση. Ειδικά η κεντρική οθωμανική εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτήν την ανάγκη διευκόλυνε την εγκατάσταση των Γιουρούκων στα εδάφη της Μικράς Ασίας προκειμένου να αναζωογονήσουν την οικονομία της και να ενισχύσουν τον εκτουρκισμό της .Σε κάθε φάρα παρέχονταν γαίες -yurt- αποτελούμενες από χειμερινά (kılsak) και θερινά (yalak) βοσκοτόπια τα όρια των οποίων καθορίζονταν από το κράτος και εγγράφονταν στους αυτοκρατορικούς καταλόγους .Επίσης μέσα σ’ αυτά τα όρια ασχολούνταν έστω και περιθωριακά με την γεωργία ενώ ζητούσαν να τους αποδοθούν γαίες σε δάση ή βάλτους προκειμένου να καλλιεργούν σιτάρι, βαμβάκι και ρύζι. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις Γιουρούκων επιπόλαζαν στα εδάφη της δυτικής Ανατολίας ,νότιας Τουρκιάς και βορείου Ιράκ. Η συμβολή τους στην οικονομία ήταν μεγάλη ειδικά μετά την διάλυση του Σελτζουκικού κράτος (γύρω στον 13ο αιώνα) .Είχαν το προνόμιο να έχουν το μονοπώλιο των μεταφορών καθώς οι καμήλες τις οποίες εξέτρεφαν και κυρίως τα υβρίδια της αραβικής δρομίδος και της βακτριανής είχαν μεγαλύτερες ικανότητες μεταφοράς φορτίων ήταν δυνατές και ταυτόχρονα ανθεκτικές στα εδάφη και στις κλιματολογικές συνθήκες της Ανατολίας.[53] Επίσης μέρος των ειδών διατροφής (κρέας ,γαλακτοκομικά προϊόντα) ήταν εμπορεύσιμο είδος όπως επίσης και τα προϊόντα τα παραγόμενα από τα ζώα (μαλλί, δέρματα)ή το ρύζι. Το 1340 εξήγαγαν κάνναβη, όπιο, πρώτες ύλες ,μετάξι στους Γενοβέζους ενώ παρόλο που ασχολούνταν και με άλλες δραστηριότητες συμπληρωματικές της αγροτοκτηνοτροφικής οικονομίας κυνήγι υλοτομία καρβουνοποιία και ήξεραν τέχνες όπως η σιδηρουργία διακρίθηκαν ιδιαίτερα στην ταπητουργία. Χάρη στα χαλιά αναπτύχθηκαν στις περιοχές που είχαν εγκατασταθεί οι Γιουρούκοι , πολίσματα ή καλύτερα εμπορικά κέντρα , στα οποία εμπορεύονταν κυρίως με τους Δυτικούς τα προαναφερθέντα αγαθά και κυρίως χαλιά.[54]
Οι Γιουρούκοι και οι άλλοι τουρκομανικοί νομαδικοί πληθυσμοί ήταν ετερόδοξοι ερχόμενοι σ’ αντίθεση με την καθεστηκυία θρησκευτική αντίληψη των Σελτζούκων και Οθωμανών Σουλτάνων και του επίσημου σουννιτικού ιερατείου. Οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις έφεραν πολλά ανιμιστικά στοιχεία-κατάλοιπα των τουρκομογγόλων νομάδων της κεντρικής Ασίας.[55]Τα έθιμα και τα τελετουργικά τους ήταν τόσο ποικίλα και μπερδεμένα όσο και οι καταβολές τους .΄Όταν εξισλαμίστηκαν αποδεχόμενοι το επίσημο δόγμα , το έπραξαν μόνο επιφανειακά διατηρώντας την θρησκοληψία τις δεισιδαιμονίες και τα ανιμιστικά στοιχεία της προηγούμενης θρησκείας τους .Ο θρησκευτικός ηγέτης της κάθε φυλής (Baba) ήταν ο σαμάνος της φυλής .Με την εξάπλωσή τους στην Μικρά Ασία , ήρθαν σε επαφή τόσο με την ορθόδοξη παράδοση όσο και με την παράδοση αιρετικών πληθυσμών χριστιανικών και μουσουλμανικών. Οι περιπλανώμενοι δερβίσηδες , που δίδασκαν ανορθόδοξα δόγματα με δόση ισχυρού μυστικισμού και αντιμετώπιζαν την μήνιν του επίσημου σελτζουκικού και οθωμανικού κράτους έβρισκαν καταφύγιο στους νομάδες μεταδίδοντάς τους τις ιδέες και τα δόγματά τους.[56] Αντίθετα οι Γιουρούκοι και οι υπόλοιποι Τουρκομάνοι , που πλέον είχαν εγκατασταθεί στις πόλεις ήταν φορείς ενός πιο εκλεπτυσμένου μυστικισμού με αριστοκρατικές αρχές και φιλοσοφικό βάθος μπολιασμένου με την επίδραση του περσικού πολιτισμού[57].Κάτω απ’ αυτές οι Τουρκομάνοι ήταν φορείς μιας λαϊκής θρησκείας με στοιχεία τόσο ανιμιστικά όσο και μουσουλμανικά κυρίως προερχόμενα από την διδασκαλία των Σούφι. Παράλληλα ο πολεμικός χαρακτήρας των Τουρκομάνων συνταίριαξε τέλεια με το δόγμα του ιερού πολέμου (γαζά) και με την ζωή των φορέων αυτού γαζήζων. Αυτό αποτελούσε το εφαλτήριο επέκτασης της δικαιοδοσίας και επικράτειας των φυλάρχων σε βάρος των Αρμενίων και Χριστιανών.
Στην δυτική Μικρά Ασία μετά την κατάλυση του Σελτζουκικού κράτους (13ος αιώνας ) απόρροια της οποίας ήταν οι επαναστατικές κινήσεις των νομάδων και οι επιθέσεις των Μογγόλων οι φύλαρχοι των νομάδων –Γιουρούκων ανεξαρτητοποιήθηκαν ή συνεργάστηκαν με τους Μογγόλους προκειμένου να κυβερνούν οι ίδιοι.΄Ετσι κατά την πρώτη δεκαετία του 14ου αιώνα την περιοχή από την Άγκυρα ως και τις ακτές του Αιγαίου διαμοιράζονταν πολυάριθμοι Τουρκομάνοι μπέηδες και εμίρηδες οι οποίοι δημιούργησαν βραχύβια εμιράτα και μπεηλίκια. Συνήθως οι κρατικές οντότητες έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του φυλάρχου ιδρυτή τους[58] .Τον 15ο και 16ο αιώνα οι Γιουρούκοι νομάδες αποτελούσαν ένα σεβαστό ποσοστό του πληθυσμού στα παρακάτω εμιράτα και στις γύρω περιοχές : Ankara, Aydin, Germıyan, Hamıd ,Karası, Menteşe, Saruhan ,Teke[59] (χάρτης 1).Απ’ αυτές τις περιοχές έμελε να προέλθουν οι έποικοι που πλημμύρισαν την Θεσσαλία στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα.



5. Ο ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ



Οι οργανωμένες και ακούσιες ή εκούσιες μετακινήσεις –μεταναστεύσεις λαών και λαοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων δεν ήταν κάτι το νέο. Οι Οθωμανοί ως σοφοί μιμητές της βυζαντινής πολιτικής έσπευσαν να αντιγράψουν τις τακτικές και τους θεσμούς του πνέοντος τα λοίσθια αντιπάλου τους .Ένας από τους τρόπους επιβολής της κρατικής βούλησης ήταν και η εθελούσια ή βίαιη μετακίνηση μεγάλων πληθυσμών Γιουρούκων στα Βαλκάνια. Ο φίλερις χαρακτήρας των νομάδων , οι οποίοι ακόμη αν και εγκατέλειπαν την νομαδική ζωή , πάντα προτιμούσαν τις ληστρικές επιδρομές για να προσπορίσουν τα επιτήδεια. Επιπρόσθετα , το γεγονός πως ήταν φορείς και κοινωνοί του ετερόδοξου Ισλάμ τους καθιστούσε επικίνδυνο πληθυσμιακό στρώμα για την κατεστημένη πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Εξάλλου , ακόμη και οι ειρηνικές δραστηριότητες των Γιουρούκων προκαλούσαν την αγανάκτηση των μόνιμα εγκατεστημένων ομοφύλων τους , των χριστιανών και μουσουλμάνων χωρικών , επειδή για τις ανάγκες εκτροφής των κοπαδιών μεγάλες εκτάσεις αρόσιμης γης μετατρέπονταν σε βοσκότοπους .Οι Οθωμανοί δεν ξέχασαν την κατάλυση του Σελτζουκικού κράτους από τους φυλάρχους μπέηδες ούτε και τις επαναστατικές και αντιεξουσιαστικές εξεγέρσεις , που κατά καιρούς ξέσπασαν στα Βαλκάνια και την Ανατολία με αφορμή θρησκευτικά ρεύματα (με κυριότερο αυτό του Μπεντρεντίν το 1414).Αξίζει να σημειωθεί πως αυτές οι εξεγέρσεις βρήκαν ανταπόκριση και απήχηση στους μπέηδες-εμίρηδες των άκρων () και στις φυλές τους , ενώ η καταπίεση των χωρικών από τους Γιουρούκους στερούσε από το οθωμανικό κράτος έσοδα. Γι΄ αυτό το λόγο ενδεδειγμένη λύση υπήρξε η εξορία των ταραχοποιών πληθυσμών , γι’ αυτό και βλέπουμε την μεταφορά των φιλέριδων Çepni Τουρκομάνων από το Canık της Μαύρης Θάλασσας στην Αλβανία στις αρχές του 14ου αιώνα και των Τατάρων του Σαρουχάν στην επικράτεια των Σκοπίων το 1390[60].Άλλη αιτία μετακινήσεων ήταν η αύξηση του πληθυσμού των Γιουρούκων στην δυτική Μικρά Ασία λόγω της μόνιμης εγκατάστασης και των οικονομικών (αύξηση των εμπορικών σχέσεων με την Δύση) και κοινωνικών (καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ,αστικοποίηση) πλεονεκτημάτων που αυτή συνεπαγόταν[61].Συνάμα η δυτική Μικρά Ασία με τον φυσικό της πλούτο αποτελούσε την γή της επαγγελίας για τους άλλους νομάδες (Κούρδους ,Άραβες ) ή Τουρκομάνους , που συνέχιζαν να φτάνουν από την Ανατολή πιεζόμενοι κι αυτοί από άλλες φυλές της κεντρικής Ασίας . Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως η δυτική Μικρά Ασία τον 13ο και 14ο αιώνα ήταν περιοχή των άκρων .Οι ούτς εμίρηδες ή ούτς μπέηδες , στους οποίους είχαν δοθεί γαίες –συμπεριλαμβανομένων και βοσκοτόπων-με την μορφή τιμαρίου από την κεντρική εξουσία με αντάλλαγμα την συλλογή των φόρων και την στρατιωτική υπηρεσία , βλέποντας ότι χάρη στην πληθυσμιακή αύξηση και την ακόλουθη μείωση των καλλιεργήσιμων γαιών , δεν δίσταζαν να εξεγείρονται εναντίον της κεντρικής εξουσίας ιδιαίτερα , όταν αυτή ήταν αποδυναμωμένη[62].Αυτό συνέβαινε είτε εξαιτίας εξωτερικών εχθρών (για παράδειγμα η ήττα του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στην μάχη της Άγκυρας το 1402) είτε εξαιτίας εσωτερικών κινδύνων (εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των γιων του Βαγιαζήτ).Η κατάσταση αυτή οδηγούσε τους νομαδικούς πληθυσμούς προς τα Βαλκάνια σε αναζήτηση ασφάλειας και ηρεμίας .Τελευταίος μα όχι λιγότερο σημαντικός λόγος ήταν η εγκαθίδρυση του οθωμανικού ελέγχου και η διασφάλιση της οθωμανικής ειρήνης .Οι Γιουρούκοι χάρη στον πολεμικό τους χαρακτήρα και τον αριθμό τους θα το πετύχαιναν με μεγάλη βεβαιότητα. Επίσης θα συνέβαλαν στον εκτουρκισμό και στην αύξηση του πληθυσμού αφού ο πληθυσμός των κατακτημένων χωρών των Βαλκανίων είχε αποψιλωθεί εξαιτίας των πολέμων, των κακουχιών των ,ασθενειών και της μετανάστευσης προς τους ορεινούς όγκους , που προσέφεραν ασφάλεια. Μ’ αυτόν τον τρόπο , περιοχές , όπως η Θεσσαλική πεδιάδα θα αναζωογονούνταν χάρη στην εργατική δύναμη των Γιουρούκων.
΄Όταν το 1348 οι δυτικοί Σταυροφόροι <<μπλόκαραν>> το λιμάνι της Σμύρνης ,η τουρκομανική μετανάστευση έλαβε νέα πορεία κι η έξοδος άρχισε από την περιοχή του Denizli- Aydın- Saruhan στα Δαρδανέλια και κατόπιν στην Θράκη και στην ανατολική πλευρά των Βαλκανίων. Πιο πριν είχαν σημειωθεί επιδρομές Τουρκομάνων στην Θεσσαλική πεδιάδα (το 1336-41 περίπου ο δυναμικός εμίρης Ουμούρ εισέβαλε ακολουθούμενος από ομοφύλους του δυτικού μικρασιατικού εμιράτου του Αιδινίου).Πάντως αυτό που έχει σημασία είναι ότι οργανωμένοι εποικισμοί στην περιοχή έγιναν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄( 1389-1402) και Μουράτ Β΄(1421-1451).΄Όπως προαναφέραμε οι Οθωμανοί είχαν εντάξει την μετακίνηση πληθυσμών (sürgün) και τους εποικισμούς (şenlendırme ) στις μεθόδους κατάκτησης και εγκαθίδρυσης ελέγχου. Βέβαια οι έποικοι θα αποτελούσαν εργατική δύναμη για την ανασυγκρότηση των κατακτημένων περιοχών. Αυτό επιβεβαιώθηκε περίτρανα στην περίπτωση της Θεσσαλίας .Είναι χαρακτηριστικό , πως οι έποικοι εγκαταστάθηκαν στην ανατολική Θεσσαλία ,παρόλο που το δυτικό τμήμα συγκέντρωνε περισσότερα πλεονεκτήματα για μόνιμες εγκαταστάσεις (λόγω των κλιματικών συνθηκών παρατηρείται ποσοστό βροχοπτώσεων της τάξης των 800-1000 mm ετησίως έναντι 600mm στο ανατολικό).Ωστόσο , την περίοδο εγκατάστασης των νομάδων ο πληθυσμός του ανατολικού τμήματος είχε μειωθεί αισθητά. Οι οθωμανικές καταγραφές του 1455 αποκαλύπτουν ότι η πλειοψηφία των χωριών της ανατολικής Θεσσαλίας έφεραν τουρκικά ονόματα ενώ της δυτικής ελληνικά, σλαβικά και αλβανικά.(χάρτης .2). Το 1423 εγκαταστάθηκαν από τον Μουράτ Β΄ 5000-6000 εμπειροπόλεμοι Γιουρούκοι στην βορειοδυτική Θεσσαλία , οι οποίοι προέρχονταν από την παλιά πρωτεύουσα των Σελτζούκων το Ικόνιο. Οι Κόνιαροι ή Κονιαλίδες (οι καταγόμενοι από το Ικόνιο) έχτισαν τα πρώτα 12 χωριά:Tατάρ,Καζακλάρ,Τσαίρ,Μισαλάρ,Καραμαν,Καρατσογλάν,Ντελίρ,Λιγάρα,Ραντγκούν,Καραντεμιλί, Δερελί και Μαλαμούτ.
Μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας κατά την πάγια τακτική των Οθωμανών όλη η γη κηρύχτηκε κρατική-μιρί. Όμως ένα μεγάλο μέρος δόθηκε ως τιμάριο στους δυο επιφανέστερους κατακτητές της περιοχής τον Γαζή Εβρενός και τον Τουραχάν Μπέη , οι οποίοι με την σειρά τους αφού κράτησαν ένα μεγάλο μέρος για τους εαυτούς τους και τους κληρονόμους τους μοίρασαν την υπόλοιπη στους σπαχήδες χριστιανούς και μουσουλμάνους .Οι έποικοι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν γη για να εγκατασταθούν. Είτε εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλελειμμένα χωριά των χριστιανών είτε δημιούργησαν δικά τους. Η γη και τα ίδια τα εγκαταλελειμμένα χωριά ίσως τελούσαν υπό το καθεστώς του μεζραα.[63] Άσχετα από την πολυσημία του όρου , αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι Οθωμανοί υιοθέτησαν τουλάχιστον για την δυτική Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια το βυζαντινό γαιοκτητικό καθεστώς .Θα μπορούσε κανείς να συνδέσει τον βυζαντινό θεσμό των αγριδίων –προαστίων με τον τύπο του μεζραα αφού και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για περιοδικούς καταυλισμούς –εγκαταστάσεις και αργότερα ακατοίκητη γη κοντά στο κυρίως χωριό , η οποία τελούσε υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Η σύνδεση μοιάζει περισσότερο δυνατή κα λυσιτελής αν σκεφτεί κανείς ότι , το μόνο που δεν ήθελαν οι Οθωμανοί αυτή την περίοδο ήταν η κοινωνική σύγκρουση. Εξάλλου , η κατάκτηση θα εγκαθιδρύονταν πιο εύκολα αν στο στάδιο της μετάβασης χρησιμοποιούνταν θεσμοί που προσομοίαζαν αυτούς του προηγούμενου καθεστώτος .
Αναφορικά με τον τρόπο δημιουργίας των οικισμών η προσπάθεια επεξεργασίας του είναι εξαιρετικά δύσκολη αφού η μορφή των οικισμών εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες .Ωστόσο φαίνεται πως το καθεστώς βασίζονταν σε ορισμένες ομοιότητες αναφορικά με την ίδρυση οικισμών, οι οποίες δεν ήταν ανεξάρτητες από το αυτοκρατορικό γαιοκτητικό σύστημα ,την φορολογία και την τοπική διοίκηση. Αρχικά το χωριό-οικισμός έπρεπε να καταγραφεί στους αυτοκρατορικούς καταλόγους ως μια μονάδα γης –χώρου με καθορισμένα όρια αρόσιμης γης και βοσκοτόπων και φορολογικής απόδοσης .Ο αριθμός των αγροτικών οικογενειών και το ποσοστό των αρόσιμων γαιών δεν ήταν αποφασιστικός παράγοντας .Αντίθετα αποφασιστικής σημασίας ήταν η απόδειξη της μονιμότητας του οικισμού η οποία αποδεικνυόταν με την ύπαρξη νεκροταφείου, πηγής νερού ,βοσκοτόπων και καθορισμένων ορίων. ΄Όλα αυτά ήταν εξακριβώσιμα με την μαρτυρία ενός αξιόπιστου τοπικού μάρτυρα. Ειδικά ο τάφος ενός μάρτυρα αρκούσε για να αποδείξει την μονιμότητα του οικισμού[64].
Άλλο κοινό χαρακτηριστικό ήταν ότι ο οικισμός αποτελούταν από συσσωματώσεις ανεξάρτητων αγροτικών οικογενειών. Στο σύστημα του çift –hane η αγροτική οικογένεια αποτελούσε νομικά αυτόνομη μονάδα με όρους κατοχής και αξιοποίησης της γης [65].Με τον όρο οικογένεια εννοούμε πολυμελείς ενώσεις νομάδων , οι οποίες ανήκαν σε μια φυλή και υπάκουαν σ’ έναν αρχηγό. Από τις τρεις κοινωνικές οργανώσεις των νομάδων της φυλής ( boy ,aşiret),της κοινότητας (oymak, cemaat),της γειτονιάς ή καταυλισμού (mahalle,oba) , που οργανώνονταν πάνω σε βάσεις συγγένειας ή αίματος .Απ’ αυτά τα νομαδικά μορφώματα φαίνεται πως μόνο η γειτονιά κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις συνθήκες της μόνιμης διαβίωσης και να επιβιώσει. Ο πυρήνας της γειτονιάς ήταν το σύνολο των συγγενών που κατάγονταν από έναν απώτατο γενάρχη. Η πατριαρχική οικογένεια αναδυόταν μέσα από την γειτονιά αυτή. Οι πατριαρχικές οικογένειες συγκροτούνταν συνήθως από μικρά σπίτια από λάσπη , που περιέβαλλαν έναν αίθριο ή έναν αύλειο χώρο. Η αυλή ήταν το αγίλ (ağıl) των νομάδων που συγκέντρωναν τις σκηνές τους δημιουργώντας κύκλο. Κάθε παρόμοια οικιστική ενότητα που ανήκε σε μια οικογένεια αποτελούσε το χανέ (hane) δηλαδή νοικοκυριό. Επειδή όμως ο κτηνοτροφικός χαρακτήρας της παραγωγής σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες που τον ευνοούσαν καθόριζε τον οικισμό, οι νομαδικοί πληθυσμοί προτιμούσαν να καταυλίζονται σε παρθένα εδάφη σχεδόν στις πλαγιές λόφων προστατευμένα από τον βοριά. Αυτό εξηγεί ίσως και την προτίμηση των Γιουρούκων του Ικονίου να χτίσουν τα χωριά τους στις υπώρειες του Ολύμπου. Οι νομάδες αποσπούσαν από τον εγκαταλειμμένο οικισμό διάφορα υλικά όπως πόρτες ,παράθυρα. κίονες τα οποία μετέφεραν και ενέτασσαν με διαφορετική λειτουργική χρησιμότητα από εκείνη για την οποία είχαν κατασκευαστεί στα λάσπινα οικήματά τους[66] .
Ο καθορισμός των ορίων των χωριών-οικισμών ήταν ζωτικής σημασίας ιδιαίτερα για την συγκέντρωση και τον καθορισμό των φόρων. Κοντά στους οικισμούς υπήρχαν γαίες , που ανήκαν σε βακουφικά ιδρύματα ή είχαν διαφορετικό γαιοκτητικό καθεστώς .Προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις μεταξύ γειτονικών χωριών ή μεταξύ των κρατικών υπαλλήλων και των χωρικών ένας από τους βοηθούς του καδή , με την έγκρισή του έκανε επισταμένες έρευνες με την βοήθεια αξιόπιστων μαρτύρων , για να καθορίσει τα όρια του οικισμού. Επειδή δεν υπήρχαν τεχνητά σύνορα η <<χάραξη>> των ορίων εδράζονταν στην καταγραφή τοπικών σημαδιών δένδρα, βράχια, ρυάκια. Έπειτα πάνω στην έκθεση του καδή το κράτος εξέδιδε το sınırname.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως το είδος των οικισμών καθορίζονταν αποκλειστικά από ανθρώπινους και κλιματικούς παράγοντες .Υπήρχαν οικισμοί που δημιουργούνταν από μοναχούς –δερβίσηδες κοντά ή γύρω από τάφους αγίων. Σε κοντινή απόσταση από τον τεκέ συνωστίζονταν οι Γιουρούκοι και δημιουργούσαν τον οικισμό τους αφενός για να βοηθούν τους μοναχούς παντοιοτρόπως και αφετέρου για να απολαμβάνουν την φοροαπαλλαγή με την οποία προικιζόταν ο τεκές. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί το χωριό του Χασάν Μπαμπά στα Τέμπη .Άλλες φορές εγκαθίσταντο σε οχυρές θέσεις ή σε θέσεις που δέσποζαν του κάμπου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ζαβιγιέδες ήταν θρησκευτικά ιδρύματα , στην κυριολεξία όμως παρατηρητήρια ,ούτε ότι τα Κονιαροχώρια της βορειοδυτικής Θεσσαλίας έλεγχαν τα περάσματα και τους εμπορικούς δρόμους που οδηγούσαν στην Μακεδονία. Επίσης υπήρχαν χωριά προικισμένα από την πολιτεία με προνόμια συνήθως φοροαπαλλαγές με αντάλλαγμα την εκτέλεση ορισμένων έργων , όπως για παράδειγμα την φύλαξη ορεινών περασμάτων (δερβενίων) (derbenci) ή γεφυρών (köprücü) , την εργασία στα κρατικά ορυχεία (küreci) ή στις φυτείες ρυζιού (çeltükci[67]) ,την κατασκευή τόξων και βελών(okçular) ή ροπάλων (topuzlar)[68].Ακόμη άλλα έπαιρναν τα ονόματά τους από τους ιδρυτές τους- αρχηγούς των οικογενειών (Δελή Ιμπραήμ), άλλα προς τιμήν διάσημων πολεμάρχων (Τουραχάν) , ενώ άλλα από τους τιμαριούχους στην επικράτεια των οποίων ανήκαν (Αχμέτ Αγά, Τουραχάν Βακούφ) και άλλα από φυσικά χαρακτηριστικά (Κοσδερέ). Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η ονοματοδοσία χωριών με το όνομα της φυλής π.χ. Σαρχανλάρ, Τσουλουλάρ , Σαριγαλί. Σακαλλού ή με ονόματα που υποδηλώνουν ασιατική καταγωγή .Ορισμένα από τα χωριά των Γιορούκων της Θεσσαλίας τα 4 Aydınlı ,Germıyanlı, Menteşeli, Şaruhanlı δηλώνουν ρητά τοποθεσίες της δυτικής Μικράς Ασίας .Το Γκερμιγιαν βρίσκεται κοντά στην Κιουτάχεια και ενσωματώθηκε τον 15ο αιώνα στο οθωμανικό κράτος ενώ τα άλλα τρία υποδηλώνουν 3 μπεηλίκια της δυτικής Μικράς Ασίας ενσωματωμένα στο σώμα της αυτοκρατορίας το 1390 από τον Βαγιαζήτ Α΄ και οριστικά το 1425/6[69].
Αναμφίβολα η μαζική μετανάστευση νομαδικών πληθυσμών μετέβαλλε τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του βίου τους .Η κατανόηση της αλλαγής καλό είναι να ειδωθεί μέσα από τους όρους που καθόρισαν την μετανάστευση τους και διαμόρφωσαν τις πιο ευνοϊκές γι’ αυτούς συνθήκες στην χώρα υποδοχής .







6. ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΓΙΟΥΡΟΥΚΩΝ



Η κατακτημένη γη αποτελούσε σύνορο με την επόμενη υπό κατάκτηση περιοχή η οποία δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί χωρίς την συμμετοχή των νομαδικών μαζών. Έτσι στις πρώτες κατακτήσεις των Οθωμανών ο ρόλος των εποίκων εντάσσεται ενεργά στους μηχανισμούς επιβολής και καταστολής του Οθωμανικού κράτους .΄Όπως προείπαμε ο πληθυσμός της Θεσσαλίας ειδικά στο ανατολικό της τμήμα είχε μειωθεί αισθητά. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με την φυγή στα ορεινά ή την μετανάστευση σε χώρες του εξωτερικού ή σε βενετοκρατούμενες περιοχές δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την πλήρη κυριαρχία των Γιουρούκων. Η ίδια η φύση της κοινωνικής τους οργάνωσης και του χαρακτήρα τους συνετέλεσε στον έλεγχο των πρωτοβουλιών αναφορικά με την δημιουργία των καταλληλότερων γι’ αυτούς συνθηκών. Ακριβώς αυτή η κοινωνική οργάνωση η οποία βασιζόταν στην φυλή καθόριζε τον τρόπο μετακίνησης .Οι Γιουρούκοι ,όπως ήταν φυσικό δεν μετανάστευαν κατά μονάς και οι μεταναστευτικές τους κινήσεις είχαν κατακτητικό χαρακτήρα. Συνήθως το δίκτυο με τον όρο της παροχής των απαραίτητων πληροφοριών, πρακτικών διευκολύνσεων, υλικής και ηθικής βοήθειας ασφάλειας και εγγυήσεων [70] είχε την μορφή της οργανωμένης κατακτητικής προσπάθειας .Ο αρχηγός της φυλής με την συνοδεία των πολεμιστών της έπαιρναν μέρος στους πολέμους των Σουλτάνων ή δρούσαν ανεξάρτητα με σκοπό μέσω της επίθεσης να καρπωθούν λάφυρα και σκλάβους. Στις κατακτητικές δραστηριότητες των Οθωμανών στην Μικρά Ασία ο στρατός είχε την μορφή του καραβανιού , ενώ στις κατακτήσεις των Βαλκανίων πρώτα εξασφάλιζαν την κατάκτηση και κατοχή μιας περιοχής και έπειτα ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μέλη της φυλής.. Αυτό γινόταν με την καταστροφή των τοπικών οχυρώσεων και την εγκατάσταση τοπικών φρουρών.[71]Η παροχή τιμαρίων τόσο στον αρχηγό της ομάδας όσο και στα μέλη της εξυπηρετούσε την ένταξη στην στρατιωτική τάξη και την δημιουργία προϋποθέσεων εξάρτησης από την κατειλημμένη γη. Όταν η κατοχή εδραιωνόταν ο Σουλτάνος με την έκδοση ανακοινώσεων ενέκρινε την οργάνωση μεταναστευτικού κύματος υποσχόμενος την παροχή προνόμια στους μετανάστες .
Επόμενο βήμα στην εγκατάσταση ήταν η επιλογή του τρόπου της διαβίωσης .Αφού επέλεγαν τον τόπο προχωρούσαν στην κατασκευή του χωριού ή στην οικειοποίησή του στην περίπτωση που ήταν εγκαταλειμμένο. Η εγκατάσταση κατά οικογένειες που συνήθως ανήκαν σε μια φυλή γινόταν πέρα από λόγους κοινωνικότητας και για λόγους επιβίωσης .Η απόσταση από χωριά Χριστιανών παρείχε την απαραίτητη ασφάλεια ενώ η συνεργασία μεταξύ των μελών ήταν μεγάλης σημασίας για την καλλιέργεια της γης και την αντιμετώπιση των γειτονικών χωριών που εποφθαλμιούσαν τα εδάφη και τις κτήσεις τους .Δεν ήταν δυνατή η υιοθέτηση νέων συμπεριφορών και η αλλαγή των αντιλήψεων των μεταναστών όχι μόνο γιατί το γενικότερο περιβάλλον είχε αποδιοργανωθεί αλλά γιατί η κοινωνική τους οργάνωση και οι αντιλήψεις και το σύστημα αξιών τους ήταν τελείως διαφορετικό. Η σταθερότητα του απαράλλακτου τρόπου συμπεριφοράς και αντιλήψεων διοχετεύονταν και στις επόμενες γενιές την στιγμή μάλιστα που η προνομιακή κατάσταση των επήλυδων είχε σχέση με την παροχή τιμαριακής γης. Ο απογραφέας του 1454/55 παρέχει πληροφορίες σχετικά με 7 σύγχρονούς του τιμαριούχους των οποίων οι πρόγονοι είτε ήταν συγγενείς του Εβρενός είτε είχαν έρθει μαζί του από την Ανατολία. Επίσης αναφορικά με την εθνική συνείδηση ο απογραφέας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες .Για μερικούς απ’αυτούς αναφέρει πως ήταν τουρκικής καταγωγής .Την περίοδο όμως της απογραφής ο όρος δεν μπορούσε να εκληφθεί ως εθνική έννοια. Σήμαινε μάλλον κάτι το υποτιμητικό που αναφερόταν σε ανθρώπους νομαδικής καταγωγής .Η αρχιγραμματεία την εποχή του Μεχμέτ Β΄ χρησιμοποιούσε για τους νομάδες μετανάστες της Ρούμελης τον όρο Τουρκμέν[72] ενώ σε μια περίπτωση ο απογραφέας του 1454/55 χρησιμοποιεί την έκφραση yürük adamdır είναι Γιουρούκος , νομάς [73].Φαίνεται πως οι μετανάστες δεν συμμερίζονταν τον χαρακτηρισμό Οθωμανός , ο οποίος άλλωστε χρησιμοποιούταν για να δηλώσει τους αξιωματούχους της ανώτερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης , παρά έμεναν πιστοί στις νομαδικές τους καταβολές. Άλλωστε και η ονοματοδοσία μερικών χωριών με ονόματα δηλούντα την ασιατική προέλευση φανερώνει την προσπάθεια διατήρησης της μνήμης.
Η διατήρηση του απομονωτισμού ενισχύθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων του ιερού νόμου, τις ποικίλες απαγορεύσεις σε βάρος των χριστιανών ,την εφαρμογή του συστήματος των μιλλέτ και των χωριστών συνοικιών στις πόλεις .Με τον καιρό ο πληθυσμός των Γιουρούκων ελαττώθηκε εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών τις αφορίας και των λοιμών/ λιμών, τα χωριά τους ερήμωσαν και εποικίστηκαν με χριστιανούς .Ωστόσο στα νεότερα χρόνια οι ντόπιοι τους αντιμετώπιζαν με συμπάθεια καθώς υπέφεραν και αυτοί από τις ίδιες κακουχίες και καταπιέσεις των χριστιανών και μουσουλμάνων μεγαλοτσιφλικάδων και των Λαρισινών μπέηδων. Οι Κόνιαροι όπως επικράτησε να ονομάζονται από τους Θεσσαλούς ήταν φιλήσυχοι και όχι φιλοπόλεμοι. Στις εξεγέρσεις των Θεσσαλών το 1854 και 1878 επιζήτησαν την προστασία των οθωμανικών φρουρών.[74]Στα τελευταία χρόνια πριν την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να τονώσει τον μουσουλμανικό πληθυσμό με την μεταφορά και την εγκατάσταση το 1875 , 300 οικογενειών Κιρκασίων[75] στην περιοχή του Αλμυρού Βόλου. Τα χρόνια που ακολούθησαν η ροή των Κιρκασίων συνεχίστηκε γεγονός που προξένησε αναζωπύρωση της ληστείας και των καταπιέσεων σε βάρος των χριστιανών και μουσουλμάνων (Κονιάρων) αγροτών. Λίγο μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας από τον ελληνικό στρατό οι Κιρκάσιοι και οι Κόνιαροι έφυγαν πουλώντας την γη τους σε εξευτελιστικές τιμές .Ειδικά οι Κόνιαροι αριθμούσαν περίπου 32000 κατέφυγαν στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία και από κει διεκπεραιώθηκαν στην Αττάλεια , Μιχαλίτσι και Σμύρνη στις περιοχές δηλαδή απ’ όπου είχαν ξεκινήσει οι πρόγονοί τους πριν από περίπου 4 αιώνες .


7. ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Οι δυο πρώτοι αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης συνδέθηκαν με την άφιξη και εγκατάσταση νομαδικών πληθυσμών στον θεσσαλικό κάμπο. Αυτοί οι πληθυσμοί ξένοι και φορείς μιας άλλης κοσμοθεωρίας και ενός άλλου τρόπου ζωής αναμφίβολα επέδρασαν ποικιλοτρόπως στις εκφάνσεις του βίου των Θεσσαλών εκείνης της περιόδου. Η οικονομική καχεξία , η κοινωνική αστάθεια , η αποψίλωση του πληθυσμού και η φυγή του προς τους ορεινούς όγκους ήταν συνέπειες της εκμετάλλευσης και καταπίεσης των ντόπιων και ξένων δυναστών. Έδωσαν την θέση τους στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ηρεμία. ΄Αυτές οι εξελίξεις δεν θα λάμβαναν χώρα χωρίς την σύμπραξη των Γιουρούκων των νομάδων που εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλία στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα. Οι Οθωμανοί αξιοποίησαν τον αντιεξουσιαστικό και ανυπότακτο χαρακτήρα τους μετουσιώνοντας τον σε εργατική δύναμη και παράγοντα εκφοβισμού των ντόπιων και εγκαθίδρυσης του οθωμανικού ελέγχου. Οι Γιουρούκοι συναγελαζόμενοι με τους ετερόδοξους δερβίσηδες και νεμόμενοι το σύστημα των τιμαρίων κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους Θεσσαλούς μεγαλογαιοκτήμονες , οι οποίοι στρεφόμενοι –μαζί με τους υποτακτικούς τους-στο Ισλάμ κατόρθωσαν να διατηρήσουν ένα μέρος της περιουσίας τους .Οι εγκαταστάσεις των Γιουρούκων του Γενί Σεχίρ (Λάρισας ) ή των Γιουρούκων Τατάρων όπως ήταν ευρύτερα γνωστοί κατά τους νεώτερους χρόνους οργανώθηκαν κατά το πρότυπο του φυλετικού σχηματισμού σε στρατηγικές περιοχές απ’ όπου μπορούσαν να επιτηρούν τους εμπορικούς δρόμους και τους χριστιανικούς πληθυσμούς .Η αίσθηση όμως της παντοδυναμίας τους έμελλε να δώσει την θέση της στην εξίσωση με τους καταπιεζόμενους αγρότες .
Οι κλιματολογικές και οι άλλες συνθήκες από τις οποίες υπέφερε ο χριστιανικός πληθυσμός αποδεκάτισαν τον πληθυσμό των Γιουρούκων.Οι αλλαγές που επισυνέβησαν στο γύρισμα του 16ου προς τον 17ο αιώνα επηρέασαν και αυτούς .Η κατοχή μεγάλων εκτάσεων γης από χριστιανούς και μουσουλμάνους μεγαλογαιοκτήμονες οδήγησε στον υποβιβασμό της μάζας των Γιουρούκων από επίλεκτο τμήμα της οθωμανικής ισχύος σε άγρια εκμεταλλεύσιμη μάζα κολλήγων.Η μεταβολή της φύσης τους ήταν τόσο μεγάλη ώστε 4 αιώνες μετά την εγκατάστση τους οι χριστιανοί να εκτιμούν την φιλοπονία την εργατικότητα και τον φιλειρηνικό χαρακτήρα των Γιουρούκων ή καλύτερα των υπολειμμάτων του αρχικού πληθυσμού των εποίκων-μεταναστών.Το 1881 μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ο μουσουλμανικός πληθυσμός των δύο διοικητικών κέντρων της Θεσσαλίας (Λάρισας και Τρικάλων ) ήταν 24165 σε σύνολο 293993 ατόμων [76].Mετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας οι απόγονοι των νομάδων κατέφυγαν στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και έπειτα μεταφέρθηκαν σε περιοχές την Μικράς Ασίας.


πηγή: pneuma.gr

















ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
EΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ


· Βαγιακάκος Β. Δίκαιος .Η δημογραφική και τοπωνυμική κατάστασις της Θεσσαλίας και ΄Αρτης κατά την προσάρτησιν των εις το ελληνικόν κράτος 1881.Διεθνές ιστορικό συμπόσιο:Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881),Bόλος 27-30 Σεπτεμβρίου 1981,Πρακτικά Αθήνα 1983.
· Beldiceanu N.-Nasturel P.S.,μετάφραση από τα γαλλικά Αλέκα Αγγελοπούλου. Η Θεσσαλία στην περίοδο 1454/55-1506 ,Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 19ος ,Λάρισα 1991.
· Βεντούρα Λίνα. Μετανάστευση και έθνος .Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις ,Θεωρία και μελέτες ιστορίας 15.,Ε.Μ.Ν.Ε-Μνήμων 1994.
· Βρυώνης Σπύρος .Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού (11ος εώς 15ος αιώνας ),μετάφραση Κάτιας Γαλαταριώτου, Β΄έκδοση Μ.Ι.Ε.Τ , Αθήνα 2000.
· Γεωργιάδης Ν.Η Θεσσαλία ,Βόλος 1880.
· Ζεγκίνης Χ. Ευστράτιος .Οι ετερόδοξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας ,Βαλακανικά Σύμμεικτα, Θεσσαλονίκη 1989.
· Του ιδίου .Γενίτσαροι και μπεκτασισμός .Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλκανικού Ισλάμ, εκδόσεις Βάνιας ,Θεσσαλονίκη 2002.
· Ιναλτζίκ Χαλίλ.Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή 1300-1600,μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης , Γ΄έκδοση Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
· Ιστορία του ελληνικού έθνους , τόμος Θ΄ , εκδοτική Αθηνών 1980.
· Λαζάρου Αχ. Απεικόνιση Τρικάλων και περιοχής στις αρχές της Τουρκοκρατίας με πηγές οθωμανικές , Τρικαλινά ,τόμος 11ος ,Τρίκαλα 1991.
· Λαίου-Θωμαδάκη Αγγελική.Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή,μετάφραση Αγλαίας Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ ,Αθήνα 1987.
· Lawless I. Richard.Η οικονομία και ο χώρος της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία, Τρικαλινά , τόμος 1ος ,Τρίκαλα 1981.
· Παπαθανασίου Δ. Απ. Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδος κτήτορες Ι.Μονών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1989.
· Του ιδίου. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄αιώνες ),Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, τόμος 10ος –Βόλος 1992.
· Του ιδίου. Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος ,μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄ αιώνα, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 25ος ,Λάρισα 1994.
· Σαββίδης Γ.Κ. Αλέξης. Η μεσαιωνική Φάρσαλος ως την οθωμανική κατάκτηση του 1393, Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος , 25ος ,Λάρισα 1994.
· Του ιδίου. Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη και την εξάπλωση των κατακτητών στο θεσσαλικό χώρο, Θεσσαλικό Ημερολόγιο , τόμος 28ος ,Λάρισα 1995.
· Σαρρής Νεοκλής .Οσμανική Πραγματικότητα. Συστημική παράθεση δομών και λειτουργιών, τόμος Α΄. Το δεσποτικό κράτος ,εκδόσεις Ι.Κ. Αρσενίδης .
· Σκουβαράς Βαγγέλης . Πηλειορήτικα, τόμος Β΄. Από τον λειμώνα της παράδοσης , Βόλος 1936.
· Sokolov I.,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη. Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 27ος, Λάρισα 1995.
· Sugar. F. Peter.Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία (1354-1804),τόμοι Α΄-Β΄, εκδόσεις Σμίλη 1994.
· Suraıya Faroqhı . Κουλτούρα και καθημερινή ζωή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τον μεσαίωνα ως τις αρχές του 20ου αιώνα , μετάφραση Κατερίνα Παπακωνσταντίνου. Εξάντας
· Σφήκα-Θεοδοσίου Αγγελική. Απόπειρες εποικισμού Κιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876),Θεσσαλικά Χρονικά ,τόμος 15ος ,Αθήνα 1984.
· Τσοποτός Κ.Δ. Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974.
· Φαρμακίδης Γ. Επαμεινώνδας .Η Λάρισα. Τοπογραφική και ιστορική μελέτη, εκδόσεις του βιβλιοπωλείου Γνώση, Λάρισα 2001.
· Χούλια Σουζάνα. Οι Φράγκοι στην Θεσσαλία, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 15ος, Λάρισα 1995.


ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ



· The Encyclopaedia of Islam, volume XI. Leiden Brill 2001
· Gibbons Adams Herbert. The foundation of empire. A history of the Osmanlis up to the death of Bayezid A (1300-1403), Oxford at the Clarendon Press 1916.
· Inalcik Halil. The Ottoman empire: Conquest, Organization and Economy, Collected Studies Variorum Reprints, London 1978.
· Του ιδίου.Studies in Ottoman social and economic history, Variorum Reprints , London 1985.
· Του ιδίου.Economic and social history of the Ottoman empire.1300-1914,Cambridge University Press 1994.
· Kiel Machiel. Das türkische Thessalien: Etabliertes Geschichtsbild versus osmanische Quellen. Ein Beitrag zur Entmythologisierung der Geschichte Griechenlands. Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen, Die Kultur Griechenlandsin Mittelalter und Neuzeit. Bericht über das Kolloquium der Südosteuropa Kommission 28-31 Oktober 1992.Herausgegeben von Reinhard Lauer und Peter Schreier. Vandenhoeck und Ruprecht in Göttingen.
· Lucassen Leo. Migration, Migration History, History. Old Paradigms and New Perspectives. Bern: Peter Lang , 1997 (International and comparative social history 4 )
· M.T. Gökbilgin. Rumeli-de Yürükler Tatarlar ve Evlad-i Fatıhan.Κωνσταντινούπολη 1957.







[1] Γεωργιαδής Ν. Η Θεσσαλία ,Βόλος 1880., σσ.124-125, Φαρμακίδης Γ. Επαμεινώνδας. Η Λάρισα. Τοπογραφική και ιστορική μελέτη, Εκδόσεις του βιβλιοπωλείου Γνώση, Λάρισα 2001., σσ . 81-82,Τσοποτός Κ.Δ. Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974, σσ. 14-15.
[2] Χούλια Σουζάνα . Οι Φράγκοι στην Θεσσαλία , Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 15ος , Λάρισα 1989 ,σ.23.
[3] Οι Μελισσηνοί ή Μαλιασινοί ήταν από τις πιο γνωστές οικογένειες γαιοκτημόνων της Θεσσαλίας στο β μισό του 13ου αιώνα.Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός ,ο οποίος παντρεύτηκε την ανιψιά του Ηγεμόνα της Ηπείρου Θεόδωρου Κομνηνού Αγγέλου (1212-1229) και είχε στην κατοχή του τεράστια έκταση γης .Διάδοχός του ήταν ο γιός του Νικόλαος, παντρεμένος με την ΄Άννα ,απόγονο της οικογένειας των Παλαιολόγων. Είχαν ως οικόσημο τον δικέφαλο αετό, ενώ στις κτήσεις τους πρέπει να συμπεριληφθούν και οι πάροικοι. ΄Ένας από τους κύριους εκπροσώπους της άλλης μεγάλης οικογένειας γαιοκτημόνων ήταν ο Κομνηνός Στρατηγόπουλος .Γύρω στα τέλη του 13ου αιώνα κατείχε μια περιοχή γνωστή ως <<Μεγάλη>> η οποία ήταν τοποθεσία του Πηλίου κοντά στο μοναστήρι της Μακρινίτσας. Οι Γαβριηλόπουλοι ήταν ήδη από τον 10ο αιώνα γνωστοί. Στα τέλη του 13ου αιώνα ο Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος ονομαζόταν και ήταν πραγματικά <<αυθέντης της Θεσσαλίας >>.Sokolov.I, μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη. Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 27ος , Λάρισα 1995,σ.66.Ειδικά για τους Μελισσηνούς βλ. Παπαθανασίου. Δ.Απ. Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδος κτήτορες Ι.Μονών ,εκδόσεις Παπαζήση,Αθήνα 1989.
[4] Sokolov.I ,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη, Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 27ος ,Λάρισα 1995,σ.68.
[5] Παπαθανασίου .Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος, μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄αιώνα, Θεσσαλικά Ημερολόγιο, τόμος 25ος , Λάρισα 1994, σ.52.σημ.13 εκτενής βιβλιογραφία για το αν ο Στέφανος ήταν Μελισσηνός το γένος ή ανήκε σε μια ξεχωριστή φεουδαλική οικογένεια Γαβριηλόπουλων.
[6] ΄Ο.π.,σσ. 50-51.
[7] ΄Ο.π.,σ. 56 σημ.23.εκτενής βιβλιογραφία σχετικά με τον θάνατο του Στέφανου Γαβριηλόπουλου και τις διαφωνίες των ιστορικών.
[8] ΄Ο.π.,σ.57.
[9] ΄Ο.π.,σ58.
[10] Sokolov.I.,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη ,Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων., Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 27ος , Λάρισα 1995 , σ.69,Τσοποτός Δ.Κ Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974 .,σ.21.
[11] Sokolov.I.,ό.π.,Τσοποτός Δ.Κ.,ό.π.,σσ 22.,Φαρμακίδης Επαμεινώνδας ό.π.,σσ 139-140.
[12] Παπαθανασίου Δ.Απόστολος. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄αιώνες).,.Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, τόμος 10ος , Βόλος 1992, σσ 261-263.βλ και το παράρτημα εγγράφων στο τέλος σσ 279-294.
[13]Περισσότερα για την γαιοκτησία αυτήν την εποχή βλ.Λαίου-Θωμαδάκη Αγγελική. Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη Βυζαντινή εποχή (μετάφραση Αγλαίας Κάσδαγλη)., Μορφωτικό ΄Ιδρυμα ΄Εθνικής Τραπέζης ,Αθήνα 1987.
[14]Παπαθανασίου Δ.Απόστολος ό.π σσ. 271-272.
[15] ΄Ο.π. ,σ.273.
[16] Μέσω των <<πρατηρίων γραμμάτων>> τα οποία συνέτασσε ο τοπικός επίσκοπος μεταβιβάζονταν ιδιοκτησίες ιδιωτικής κυριότητος(ελεύθερων μικροκαλλιεργητών) προς τα μοναστήρια. Παπαθανασίου Δ. Απόστολος. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄ αιώνες) ,Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών ,τόμος 10ος , Βόλος 1992,σ.272.
[17] ΄Ο.π., σ 274.
[18]Sοkolov I.ό.π σς.66-68,Παπαθανασίου Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄αιώνα., Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 25ος , Λάρισα 1994.,σσ .53-57.
[19] Παπαθανασίου Δ.Απόστολος .Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία…ό.π.,σσ .274-275.
[20] Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης .Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη και την εξάπλωση των κατακτητών στο Θεσσαλικό χώρο,Θεσσαλικό Ημερολόγιο ,τόμος 28ος , Λάρισα 1995.,σσ. 59-60 (χρονολογικός πίνακας της οθωμανικής κατάκτησης των θεσσαλικών πόλεων και περιοχών.)
[21] Kiel Machiel. Das türkische Thessalien:Etabliertes Geschichtsbild versus Osmanische Quellen.Ein Beitrag zur Entmythologisierung der Geschichte Griechenlands.,Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen.Die Kultur Griechenlands in Mittelalter und Neuzeit.Bericht über das Kolloquium der Südosteuropa Kommision 28-31 Oktober 1992.Herausgegeben von Reinhard Lauer und Peter Schreiner Vandenhoeck und Ruprecht in Göttingen.,σ.114,Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης, ό.π.,σ.40,σ.42,Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, ό.π., σ.165.
[22] Για την εθνικότητα του Εβρενός οι γνώμες διίστανται. Ο Ζεγκίνης (Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος .Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλακνικού Ισλάμ ,Εκδόσιες Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002 σ,33)υιοθετεί την άποψη ότι ο Εβρενός ήταν ΄Ελληνας χριστιανός , ο οποίος ως διοικητής της βυζαντινής Προύσσας διαπραγματεύτηκε με τον επίσης ΄Ελληνα στην υπηρεσία του Σουλτάνου Ορχάν,Κιοσέ Μιχάλ την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς .Ο Σαρρής (Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα.Συστημική παράθεση δομών και λειτουργιών, τόμος Α΄,Το δεσποτικό κράτος ,εκδόσεις Ι.Κ.Αρσενίδης.,σ.126) θεωρεί πως ο Εβρενός αδόκιμα ταυτίζεται με την βυζαντινή οικογένεια των Ουρανών και πως στην πραγματικότητα ήταν κάποιος Ιουδαίος με το όνομα Αβρανέζης ή Βρενέζης .Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Εβρενός μετά τον εξισλαμισμό του διακρίθηκε στις καταλήψεις της Βυζαντινής Θράκης ,Μακεδονίας και Θεσσαλίας σε τέτοιο σημείο μάλιστα που του αποδόθηκε ο τίτλος του Γαζή.Για την πολεμική του δράση βλ. Λαζάρου Γ.Αχ. Απεικόνιση Τρικάλων και περιοχής στις αρχές της Τουρκοκρατίας με πηγές οθωμανικές,τόμος 11ος Τρικαλινά ,Τρίκαλα 1991,σσ.145-146.
[23] Beldiceanu N.-Nasturel P.S. μετάφραση από τα γαλλικά Αλέκα Αγγελοπούλου. Η Θεσσαλία στην περίοδο 1454/55-1506.,σ.103,Σαββίδης Γ.Κ. Αλέξης . Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη…ό.π.,σ.52
[24] Φαρμακίδης Γ.Επαμεινώνδας. Η Λάρισα…ό.π.,σ .141,Beldiceanu N-Nasturel P.S.H Θεσαλία…ό.π.σ.,104,Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης .Τα προβλήματα για την οθωμανική κάτακτηση…ό.π.,σ.54.
[25] Kiel Machiel.Das türkische Thessalien...ό.π.,σσ.117-118.
[26] Inalcik Halil.The Ottoman Empire:Conquest,Organization and Economy Collected Studies Variorum Reprints London 1978.Ottoman methods of conquest.,σ.107.
[27] βοινούκοι :όρος σλαβικής προέλευσης .Στην οθωμανική εποχή προσδιόριζε μια κατηγορία χριστιανών της Βαλκανικής που προσέφερε ομάδες ελαφρού ιππικού με αντάλλαγμα την παραχώρηση φοροαπαλλαγών.müsellem:ελαφρό ιππικό σώμα στρατολογούμενο ανάμεσα στον τουρκικό κυρίως πληθυσμό. Στην Θεσσαλία μερικοί Αλβανοί χριστιανοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως μουσελίμηδες στον Τουραχάν Μπέη.akınçı:ομάδα ελαφρού ιππικού της οποίας οι στρατιώτες ζούσαν από τα λάφυρα.Επικεφαλής τους ήταν ένας μπέης των συνοριακών δυνάμεων.üçbeğ.
[28] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.σσ .135-136.
[29] Kiel Machiel Das türkische Thesslien...ό.π.,σ.114.
[30] Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης.Τα προβλήματ για την οθωμανική κατάληψη…ό.π.,σ .43.
[31] Inalcik Halil.The Ottoman Empire…ό.π.,σ.114.
[32] Το πόνημα των Beldiceanu N.-Nasturel P.S. βασισμένο στην επεξεργασία των Οθωμανικών καταστίχων ΜΜ10 της περιόδου 1454/55 και ΤΤ36 της περιόδου 1506 που φυλάσσονται στα Αρχεία του Προεδρικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης ,παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την οικονομική, κοινωνική και εθνολογική κατάσταση της Θεσσαλίας κατά την διάρκεια αυτών των περιόδων.
[33] Τσοποτός Κ.Δ..ό.π σ.σ 50-51.
[34] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός …ό.π.,σ.261
[35] Ιναλτζίκ Χαλίλ Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κλασσική εποχή,1300-1600 μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης . Γ΄έκδοση Αλεξάνδρεια.,σ 324,εκτεταμένη ανάλυση για τι κίνημα του Μπεντρεντίν τον 15ο αιώνα βλ.Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.138-148.
[36] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός ...ό.π ,σ.274.
[37] Kiel Machiel Das türkische Thessalien...ό.π.,σσ.138-143.
[38] Κατάλογο των ιδρυμάτων του Τουραχάν και των γιών του στις θεσσαλικές περιοχές βλ Kiel Machiel ό.π.,σσ.150-151.Για τις διαθήκες (αφιερωτήρια έγγραφα) του Τουραχάν Μπέη,του γιού του Ομέρ Μπέη.του Χασάν Μπέη βλ. Φαρμακίδη Επαμεινώνδα Η Λάρισα…ό.π.,σσ. 252-289.
[39] Κiel Machiel ό.π.,σσ. 146-147
[40] ΄Ο.π.,σσ.118-120
[41] ΄Ο.π.,σσ.122
[42] Beldiceanu N.-Nasturel P.S. H Θεσσαλία…ό.π.,σσ.107-108
[43] Σχετικά με την ανάπτυξη της Λάρισας /Yenı Şehır βλ.Kiel Machiel Das tόrkische Thessalien…ό.π., σσ.153-159.
[44] Lawless I.Richard. Η οικονομία και ο χώρος της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία ,Τρικαλινά, τόμος 1ος Τρίκαλα 1981.σ39,σημ:26 Toν 16ο αιώνα η πολιτεία ενέκρινε την αποστολή δημητριακών από την Θεσσαλία στην Τρίπολη της Συρίας και στην Τρίπολη της Αφρικής οι οποίες υπέφεραν από έλλειψη.
[45] Σύμφωνα με το κατάστιχο ΜΜ10 οι μοναχοί της Καλαμπάκας απολάμβαναν προνόμια από την εποχή του Βαγιαζήτ Α΄κι ότι κατείχαν έγγραφα παραχωρημένα από τον Μεχμέτ Β΄ και από άλλους Σουλτάνους.
Οι μοναχοί δεν πλήρωναν για τ’ αμπέλια, τους μύλους τα σπίτια τα ζώα οπουδήποτε κι αν αυτά βρίσκονταν. Ο μονάρχης σημείωσε ότι τα κτήματα ήταν πλήρης ιδιοκτησία των μοναχών.Beldiceanu N.-Nasturel P.S…ό.π.,σσ 121-123
[46] Βρυώνης Σπύρος . Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του Εξισλαμισμού (11ος εως 15ος αιώνας )μετάφραση Κάτιας Γαλαταριώτου.Β΄έκδοση Μ.Ι.Ε.Τ Αθήνα 2000.,σ 226.
[47] The Encyclopaedia of Islam, volume XI. Leiden Brill 2001. σ.338
[48] Σαρρής Νεοκλής. Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.114-116
[49] Για τα όπλα των Γιουρούκων τον 15ο και 16ο αιώνα βλ.Μ.Τ. Gökbilgin Rumeli de Yürükler,Tatarlar ve Evlad- i Fatıhan Κωνσταντινούπολη 1957.
[50] Βρυώνης Σπύρος Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού…ό.π.,σ.229.
[51] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σ110.
[52]Τον 13ο αιώνα ο Αλέξιος Α΄,ο Ιωάννης Β΄ και ο Μανουήλ Α΄ εξασφάλισαν την βοήθεια των Τουρκομάνων εναντίον των Σουλτάνων .
[53] Inalcik Halil. Economic and social history of the ottoman empire,1300-1914, Cambridge University Press 1994.,σ39.
[54] Για τις οικονομικές δραστηριότητες των Γιουρούκων βλ. Inalcik Halil ό.π.,σσ. 37-39
[55] Για τα ανιμιστικά στοιχεία και την ανθρωποθυσίας των Γιουρούκων της Ανατολίας και των Βαλκανίων βλ. Βρυώνης Σπύρος ό.π.,σημ 765 σ.552
[56] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Οι ετερόδοξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας, Βαλκανικά Σύμμεικτα, Θεσαλονίκη 1989,σ.13.
[57] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Οι ετερόδξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας ,ό.π.
[58] Βρυώνης Σπύρος Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού…ό.π.,σσ. 124-129
[59] Συνοπτική θεώρηση των εμιράτων κάνει ο Gibbons.Gibbons Adams Herbert The foundation of the Ottoman empire.A history of the Osmanlis up to the death of Bayezid I (1300-1403). Oxford at the Clarendon Press 1916.Για το εμιράτο Aydın σ.283, Hamıd σ. 289,Karası σ.291,Germıyan σσ.292-293, Menteşe σ.294, Saruhan σσ.295-296
[60]Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σ.32.
[61] Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σ.29
[62] ΄Ο.π.,σ.31.
[63] Σχετικά με το καθεστώς του μεζραά και τους οικισμούς ό.π.,σσ.162-163.
[64] Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σσ.173-174.
[65] ΄Ο.π.,σ.174.
[66] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.252-253.
[67] Inalcik Halil .Stydies in Ottoman Social and Economic History ,Variorym Reprints London 1985.Yürüks in Rice Cultivation ,σσ.,103-106.
[68] Για τα ονόματα των χωριών των Γιουρούκων και για το τι δηλώνουν βλ:Inalcik Halil The Ottoman Empire:Conquest,Organization and Economy ,σσ.,125-126.
[69] Kiel Michael.Das türkische Thessalien...ό.π.,σ.,163.
[70] Βεντούρα Λίνα. Μετανάστευση και έθνος .Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις, Θεωρία και μελέτες ιστορίας 15 Ε.Μ.Ν.Ε-Μνήμων 1994.,σ.52.
[71] Inalcik Halil. The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy ,ό.π.,σ.107.
[72] Μ.Τ Gökbilgin Rumeli-de Yürükler Tatarlar ve Evlad-i Fatıhan, Κωνσταντινούπολη 1957,σσ . 9-13
[73] Beldiceanu N.-Nasturel P.S…ό.π.,σ.113.
[74] Σκουβαράς Βαγγέλης. Πηλειορήτικα τόμος Β΄ Από τον λειμώνα της παράδοσης , Βόλος 1936 ,σσ .110-165.
[75]Σφήκα-Θεοδοσίου Αγγελική. Απόπειρες εποικισμού Κιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876), Θεσσαλικά Χρονικά, τόμος 15ος, Αθήνα 1984.,σ.246.
[76] Βαγιακάκος Β. Δίκαιος .Η δημογραφική και τοπωνυμική κατάστασις της Θεσσαλίας και ΄Αρτης κατά την προσάρτισήν των εις το ελληνικόν κράτος 1881,στο Διεθνές ιστορικό συμπόσιο: Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881).Ελληνική επιτροπή σπουδών Ν.Α Ευρώπης, Βόλος 27-30 Σεπτεμβρίου 1981, Πρακτικά Αθήνα 1983.