Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2010

Η Θεσσαλία πριν την οθωμανικη επέλαση και ο εποικισμός της

1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ



Η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους το 1204, βοήθησε την απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας και του ελέγχου , που αυτή ασκούσε στις επαρχίες του κράτους. Επακόλουθη αυτής της εξέλιξης ήταν η ανεξαρτητοποίηση τοπικών αρχόντων και η ίδρυση διαφόρων ηγεμονιών, τόσο ελληνικών όσο και λατινικών στις περιοχές εξουσίας τους. Σ΄ αυτό το πλαίσιο η δυτική Θεσσαλία τελούσε υπό την κυριαρχία του Δεσποτάτου της Ηπείρου, ενώ η υπόλοιπη Θεσσαλία τελούσε υπό την κατοχή των Φράγκων φεουδαρχών ,οι οποίοι ήταν υποτελείς του βασιλιά της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιου.
Ο Βονιφάτιος μοίρασε την θεσσαλική γη στους φεουδάρχες και βαρόνους με την μορφή φορολογικών περιφερειών, η κάθε μια από τις οποίες απέφερε πρόσοδο χρηματική- νομισμάτων της τάξης των 300 ενετικών λυτρών. Ο κάθε ένας από τους Φράγκους ιππότες και βαρόνους, έλαβε από 6-200 φέουδα με την υποχρέωση να τα διαμοιράσει στους στρατιώτες του. Επιπρόσθετα , οι Φράγκοι νέμονταν όχι μόνο την δεκάτη και τους λοιπούς δημόσιους φόρους και την γη των ντόπιων αρχοντικών οικογενειών, αλλά και την γη που ανήκε σε μοναστήρια .Η εκμετάλλευση και η κατάσταση ήταν τέτοια , ώστε το 1210 ο Πάπας Ιννοκέντιος ο Γ΄, ο οποίος με διαταγή του είχε καθαιρέσει τις τοπικές ορθόδοξες εκκλησιαστικές αρχές αντικαθιστώντας τες με καθολικές (η Λάρισα μάλιστα έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου), κληρονομώντας εκτός των άλλων όλα τα δικαιώματα και την περιουσία των Ελλήνων κληρικών ,εξέδωσε αφορισμό εναντίον των ιπποτών του Πτελεού[1].Επίσης , ο Λατίνος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ερρίκος συγκάλεσε δύο συνόδους κληρικών και ιπποτών της βόρειας Ελλάδας (τον Μάιο του 1209 και 1210) στην κοιλάδα της Ρεβενίκας (κοντά στην Λαμία), προκειμένου να διακανονιστούν οι σχέσεις και υποχρεώσεις αυτών προς την εκκλησία και να σταματήσουν τις καταχρήσεις σε βάρος του ντόπιου πληθυσμού. Επειδή όμως οι κύριοι υποκινητές της απειθαρχίας, Λομβαρδοί απουσίασαν από τις συνόδους ο Ερρίκος τους κατεδίωξε μέχρι την Θήβα.. Τότε ο δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Δούκας βοηθούμενος από Λατίνους μισθοφόρους ,εισέβαλε στην Θεσσαλία κατέλαβε την Λάρισα και τις γύρω περιοχές ,εκτέλεσε τους Λατίνους διοικητές και κατέστρεψε τις λατινικές κτήσεις. Μέχρι το 1218 δεν είχε μείνει κανένας Φράγκος στην Θεσσαλία.[2]
Μετά την εκδίωξη των Φράγκων από την Κωνσταντινούπολη (1261) οι μεγάλοι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας έσπευσαν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Με επικεφαλής τον ηγεμόνα της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ ΄Αγγελο, ο οποίος κατείχε ολόκληρη την δυτική Θεσσαλία και ένα μέρος της ανατολικής, από τον ΄Ολυμπο στον Βορρά ως τον Παρνασσό στον Νότο και τον αυτοκράτορα Μιχαήλ ΄Η Παλαιολόγο, ο οποίος κατείχε γαίες στην Βορειοανατολική Θεσσαλία , ενώ άλλες τις είχε προσφέρει σε διάφορα πρόσωπα , ως ένδειξη εύνοιας για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει στο κράτος και άλλες στα μοναστήρια , οι υπόλοιποι γαιοκτήμονες ,όπως για παράδειγμα οι Μελισσηνοί ή Μαλιασηνοί , οι Στρατηγόπουλοι , οι Γαβριηλόπουλοι ήταν οι ουσιαστικοί κύριοι της θεσσαλικής γης στο Β΄ μισό του 13ου αιώνα[3].Οι Μελισσηνοί διαφαίνεται πως ήταν οι πιο σημαντικοί απ΄ αυτούς ,καθώς είχαν στην κατοχή τους μεγάλες εκτάσεις γης κυρίως στην Ανατολική Θεσσαλία (ήταν τοπάρχες της Δημητριάδος/ Βόλου) και συνάμα φρόντιζαν μέσω αγορών γης να επεκτείνουν την περιοχή εξουσίας και τα έσοδά τους. Παράλληλα φρόντιζαν να ιδρύουν μοναστήρια, όπως της Παναγίας της Μακρινίτισσας στο βουνό Δρουγκός της οροσειράς του Πηλίου, κοντά στην σημερινή Μακρινίτσα και του Ιωάννη του Πρόδρομου κοντά στο χωριό Δριανούβαινα στην σημερινή Πορταριά.
Η ιδιοκτησία των μεγάλων εκτάσεων και η προσπάθεια διατήρησης της ήταν η βασική συνιστώσα καθορισμού της πολιτικής των γαιοκτημόνων, τόσο μεταξύ τους όσο κυρίως απέναντι στην κεντρική εξουσία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διαμάχη του ανήλικου σεβαστοκράτορα της Θεσσαλίας Ιωάννη Β΄ Αγγέλου Κομνήνου με την μητέρα του Άννα , η οποία κυριαρχούσε στην ΄Ήπειρο. Επειδή η ΄Αννα ήθελε να καταλάβει και το φρούριο του Φαναρίου , δεκαοχτώ γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας εξόπλισαν ένα σώμα 30 ιππέων και το έστειλαν στο στρατόπεδο του υποστηρικτή τους του δούκα της Αθήνας Γκυ ντε Λαρός Β΄, ο οποίος συγκέντρωσε τον στρατό του κοντά στον Δομοκό. ΄Όταν πέθανε ο Ιωάννης ΄Β στα 1318 , οι Θεσσαλοί γαιοκτήμονες αντέδρασαν εναντίον του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β΄ Παλαιολόγου, επειδή θεώρησε την Θεσσαλία <<χηρεύον φέουδο>>.Οι γαιοκτήμονες αποφάσισαν να μοιραστούν όλη την περιοχή μεταξύ τους. Ξέσπασε μια αιματηρή σύγκρουση μεταξύ τους ειδικά στην περιφέρεια της Λάρισας. Το αποτέλεσμα ήταν σε όλη την περιοχή να ξεσπάσει αναρχία από το 1318 ως το 1324.Από αυτή την κατάσταση επωφελήθηκαν οι Καταλανοί και κατέλαβαν όλοι σχεδόν την νότια περιοχή της Θεσσαλίας και της Φθιώτιδας.[4]
Άλλο παράδειγμα το οποίο επιβεβαιώνει άλλωστε την στάση των τοπαρχών-γαιοκτημόνων , είναι η σύμπλευση του Γαβριήλ Μελισσηνού το 1309 και του γιου και διαδόχου –κληρονόμου της έγγειας ιδιοκτησίας του Στεφάνου με τους Καταλανούς .Ο τελευταίος νομιμοποιούμενος και αναγνωρισμένος από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ΄ Παλαιολόγο με τον τίτλο του <<Σεβαστοκράτορα>>, ανεξαρτητοποιήθηκε και αύξησε την δύναμή του, την οποία επεδείκνυε απονέμοντας διακρίσεις και αξιώματα σε επιχώριους βυζαντινούς Θεσσαλούς αρχοντίσκους , λαϊκούς και κληρικούς στην περιοχή που διαφέντευε. Διαβλέποντας την αυξανόμενη ισχύ των Καταλανών φρόντισε να συνάψει φιλικές σχέσεις με τον αρχιστράτηγο των Καταλανών Όθωνα De Novelles και να συγγενέψει μαζί του προσφέροντας σ’ αυτόν ως σύζυγο την αδελφή του ΄Άννα Μελισσηνή και ως προίκα μεταξύ άλλων περιοχών και ολόκληρη την τοπαρχία της Δημητριάδας. Μ’ αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε να σώσει την περιουσία του από τις επιδρομές των Καταλανών , ν’ αποφύγει την ενσωμάτωση της στο καταλανικό δουκάτο των Αθηνών και να περιβληθεί με μεγαλύτερο ακόμα κύρος η εξουσία του. Προκειμένου να καταδειχθεί η σημασία των χειρισμών του Γαβριηλόπουλου[5], αξίζει να σημειωθεί το γεγονός , ότι ο γάμος της ορθόδοξης Άννας και του καθολικού ΄Όθωνα, έγινε <<κατ’ εξαίρεσιν και κατ’ οικονομίαν>>για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας και συναλλαγής , καθώς απαγορεύονταν στους καθολικούς να παντρεύονται ορθόδοξες.[6]
Μετά τον θάνατο[7] του Στέφανου Γαβριηλόπουλου (1333) ξέσπασε άλλη μια μεγάλη αναταραχή στα εσωτερικά πράγματα της Θεσσαλίας , καθώς πολλοί επιχώριοι άρχοντες και αρχοντίσκοι μέχρι τότε υποτελείς του , εκδήλωσαν τάσεις ανεξαρτητοποίησης , καταλύοντας κάθε έννοια εξάρτησης από τους νόμιμους κληρονόμους του οίκου των Γαβριηλόπουλων. Στο ίδιο κλίμα διεκδίκησης της περιουσίας του οίκου κινήθηκαν και οι ηγεμόνες του δεσποτάτου της Ηπείρου με προεξάρχοντα τον Ιωάννη Β΄ Ορσίνι-Κομνηνό. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ΄ Παλαιολόγος διέταξε τον στρατηγό Κωνσταντίνο ή Μιχαήλ Μονομάχο να εισβάλει στην Θεσσαλία για να καταστήσει τους στασιαστές αρχοντίσκους , υπόφορους στο βυζαντινό στέμμα και να εκβάλλει από τις θεσσαλικές περιοχές του Φαναρίου, της Ελασσόνας και των Τρικάλων τα στρατεύματα του Ιωάννη Β΄ Ορσίνι , ο οποίος στο μεταξύ είχε καταλάβει τις κρατικές γαίες και τις κτήσεις του Γαβριηλόπουλου[8]. Στους αντικειμενικούς σκοπούς του –άλωση Γόλου/ Βόλου, Καστριού και Λυκοστόμου και εμπέδωση της διαταραχθείσας <<ηρεμίας>>-δεν συγκαταλέγονταν η κατάληψη και κατοχή της ευρύτερης περιοχής της Δημητριάδας , την οποία ο Ανδρόνικος παρέδωσε στους Καταλανούς-αφού αποτελούσε προικώα κτήση του αρχιστράτηγου των Καταλανών ΄Οθωνα De Novelles και τελούσε υπό την διοίκηση του γυναικάδελφου του Στέφανου Γαβριηλόπουλου–φοβούμενος ίσως την στρατιωτική τους ισχύ[9].
Η αντίδραση της κεντρικής εξουσίας στις απαιτήσεις και στις ενέργειες των γαιοκτημόνων δεν πτόησε τους τελευταίους. Νέα αναταραχή σημειώθηκε στο υπόλοιπο μέρος της Θεσσαλίας κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου των ετών 1341-1347 , που ακολούθησε τον θάνατο του Ανδρόνικου Γ΄ Παλαιολόγου (1341) .Σ’ αυτό το διάστημα οι γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας , οι οποίοι είχαν τίτλους ,προνόμια και μεγάλη οικονομική ισχύ , η οποία αξίζει να σημειωθεί ότι απειλούταν από τις εξεγέρσεις των Αλβανών[10] (1341) , που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή , συντάχτηκαν με τον σφετεριστή του βυζαντινού θρόνου Ιωάννη Καντακουζηνό , ο οποίος απηχούσε τα συμφέροντα της βυζαντινής αριστοκρατίας της γης και ανάγκασαν τον εκπρόσωπο της αρχής των Παλαιολόγων στην Θεσσαλία Μιχαήλ Μονομάχο να εγκαταλείψει την έδρα του στην Λάρισα. Με την επικράτηση του Καντακουζηνού ανανεώθηκαν τα προνόμια τους και αναγνωρίστηκαν οι τίτλοι τους από τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό.
Τα προνόμια και οι τίτλοι τόσο των γαιοκτημόνων όσο και των μοναστηριών δεν απειλήθηκαν ούτε επί Σερβοκρατίας. Συγκεκριμένα , ο Κράλης της Σερβίας Στέφανος Δουσάν , κατέλαβε τις θεσσαλικές περιοχές μέχρι τον Πτελεό (1349) επωφελούμενος από τις δηώσεις των αλβανικών φαρών και την αδυναμία της κεντρικής διοίκησης περιορίστηκε όμως από τον Καντακουζηνό στην κατοχή της δυτικής Θεσσαλίας , δηλαδή του σημερινού διαμερίσματος Τρικάλων Καλαμπάκας. Την διοίκησή τους εμπιστεύθηκε στον αδερφό του Συμεών Ούρως ή Ούρεση. Σημαντικότερο όμως είναι το γεγονός ότι , όπως φαίνεται και από τα διάφορα χρυσόβουλα και άλλα σημαντικά έγγραφα του Στέφανου Δουσάν και του Συμεών Ούρεση , οι Σέρβοι σεβάστηκαν όχι μόνο την ιδιωτική και εκκλησιαστική περιουσία αλλά και τα επικυρούντα αυτήν χρυσόβουλα και δημόσια έγγραφα των προκατόχων αυτοκρατόρων και δεσποτών[11].
Η ανασκόπηση των πολιτικών εξελίξεων του 13ου και 14ου αποσκοπεί στην κατάδειξη της κατάστασης που επικρατούσε 50 χρόνια πριν την πρώτη οργανωμένη οθωμανική εισβολή στην Θεσσαλία. Οι εισβολές των Φράγκων, Καταλανών, Σέρβων και Αλβανών, οι έριδες των γαιοκτημόνων για την αύξηση της περιουσίας τους και την επέκταση της πολιτικής τους δύναμης και επιρροής και οι επεμβάσεις της κεντρικής εξουσίας , αναμφίβολα αποδυνάμωσαν την πολιτική ενότητα, κατέστρεψαν την οικονομία και οδήγησαν στην πληθυσμιακή αποψίλωση, κάνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο πιο εύκολη την επικράτηση των Οθωμανών. Σπουδαιότερη σημασία έχει όμως η συνοπτική εξέταση της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των πλατιών αγροτικών μαζών , η οποία ήταν τόσο άσχημη που μπορεί άνετα να συγκαταλεχθεί στους λόγους εύκολης και σχεδόν αναίμακτης επικράτησης των Οθωμανών.



2. ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ



Παρά το γεγονός ότι οι ΄Έλληνες άρχοντες της Θεσσαλίας και της ΄Αρτας -μεταξύ άλλων δυνάμεων- θα μπορούσαν συνδράμουν στις αντιτουρκικές δραστηριότητες των Ευρωπσίων με σίτο αυτό δεν έγινε δυνατό. Η στυγνή εκμετάλλευση της αγροτικής δύναμης , οι καταπιέσεις , οι άθλιες συνθήκες υγιεινής και διαβίωσης σε συνδυασμό με τις ασθένειες και τους λιμούς , που ενέσκηπταν κατά καιρούς είχαν αποδυναμώσει σε μεγάλο βαθμό τον αγροτικό πληθυσμό , στον οποίο άλλωστε , όπως είναι φυσικό στηριζόταν η οικονομία της Θεσσαλίας .
Ειδικότερα οι αγρότες χωρίζονταν σε 3 κατηγορίες και καλύπτονταν από το ίδιο με τους υπόλοιπους αγρότες της βυζαντινής αυτοκρατορίας νομικό καθεστώς .Σύμφωνα με τα έγγραφα των μοναστηριών του Πηλίου[12] τα οποία άκμασαν τον 13ο αιώνα επιβεβαιώνεται ο θεσμός της δουλοπαροικίας με την διάκριση των γεωργών σε <<πάροικους >> και <<προσκαθήμενους>>. Τα έγγραφα τα οποία μνημονεύουν ιδιοκτησίες αγροτικών ακινήτων στην περιοχή της Μαγνησίας , άλλοτε κάνουν λόγο για<< προσκαθήμενους παροίκους>> κι άλλοτε για <<προσκαθήμενους>>.Πιθανόν να εννοούνται με τον πρώτο όρο οι καλλιεργητές , που είχαν συμπληρώσει 30 χρόνια εργασίας στο κτήμα , ενώ με τον δεύτερο αυτοί , που δεν είχαν συμπληρώσει 30 χρόνια και δεν μπορούσαν να ενδυθούν της ιδιότητας του <<πάροικου>> αλλά ήταν απλώς <<προσκαθήμενος.>>[13].Αυτοί δεν δικαιούνταν χωρίς την συναίνεση του κυρίου –ιδιοκτήτη , στον οποίο ανήκαν να εγκαταλείψουν το κτήμα ή ν’ αλλάξουν επάγγελμα , αλλά ήταν υποχρεωμένοι αυτοί και οι απόγονοί τους να μένουν στο κτήμα , στο οποίο γεννήθηκαν απολαμβάνοντας ένα μερίδιο των παραγόμενων προϊόντων. ΄Ήταν εγγεγραμμένοι στους καταλόγους και στο κτηματολόγιο του κτήματος μαζί με τα ζώα και τα είδη των γαιών (βοσκοτόπια, αμπέλια) , που ανήκαν στον ιδιοκτήτη.
Η νομοθεσία παρείχε την δυνατότητα στον ιδιοκτήτη να τους πωλήσει μαζί με το κτήμα όχι όμως και χωριστά , όπως τους δούλους .Οι δουλοπάροικοι των μονών και των εκκλησιών καθώς και των προνομιούχων ιδιωτών (χρυσοβουλάτων ,όσων κατείχαν αυτοκρατορικά χρυσόβουλα και εξκουσάτων, όσων ήταν απαλλαγμένοι από τους φόρους των γαιών) ήταν απαλλαγμένοι από πολλούς φόρους και εισφορές από τις οποίες στέναζαν οι ελεύθεροι καλλιεργητές .
Η τρίτη κατηγορία καλλιεργητών αποτελούνταν από τους ελεύθερους καλλιεργητές γης ή όπως παρουσιάζονται στα ιδιωτικά έγγραφα των ύστερων βυζαντινών χρόνων από τους μορτίτες. Η τάξη αυτή των ελεύθερων γεωργών ήταν εντελώς διαφορετική από τις άλλες δύο αφού αυτοί ήταν ιδιοκτήτες στην πλειονότητά τους μικρών γαιοκτησιών τις οποίες καλλιεργούσαν οι ίδιοι με την βοήθεια της χειρωνακτικής δύναμης των οικογενειών τους και αποζούσαν από το παραγόμενο προϊόν του μόχθου τους. Διέμεναν σε μικρούς οικισμούς για περισσότερη ασφάλεια οι οποίοι ονομάζονταν <<ελευθερικά χωρία>>.Μερικές φορές καλλιεργούσαν και τα κτήματα των <<δυνατών>> , όπως λέγονταν τότε οι γαιοκτήμονες , προκειμένου ως αντάλλαγμα να απολαμβάνουν μέρος των καρπών από την ετήσια παραγωγή. Οι ελεύθεροι καλλιεργητές είχαν τις ίδιες φορολογικές υποχρεώσεις με τους άλλους ιδιοκτήτες ακίνητης αγροτικής ιδιοκτησίας για την πληρωμή του έγγειου φόρου , που αναλογούσε στην έκταση γης , που είχαν στην κυριότητά τους .Δεν είχαν καμία νομική εξάρτηση ή δέσμευση εκτός από την συμβατική δέσμευση καλλιέργειας του κτήματος , που αναλάμβαναν την καλλιέργεια για ορισμένο χρόνο αντί καταβολής ποσοστού επί των καρπών με τον ιδιοκτήτη του κτήματος , το οποίο καλλιεργούσαν. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι η καλλιέργεια του ξένου κτήματος δεν απάλλασσε τους καλλιεργητές από την υποχρέωση καταβολής του έγγειου φόρου της δικής ιδιοκτησίας Η καταβολή του έγγειου φόρου ήταν αναγκαστική και υποχρεωτική άσχετα και ανεξάρτητα από της συνθήκες καλλιέργειας του κτήματος αν δηλαδή είχε απολεσθεί η παραγωγή εξαιτίας εξωγενών παραγόντων (αφορία ,ασθένειες ,καιρικές συνθήκες .)[14]
Απ’ αυτά προκύπτει πως οι ελεύθεροι καλλιεργητές γης ήταν η πιο αδικημένη τάξη της βυζαντινής κοινωνίας , αφού εκτός από την αντιμετώπιση των δυσμενών κλιματολογικών συνθηκών και καιρικών φαινομένων , που απειλούσαν την παραγωγή και συνεπώς το εισόδημά τους είχαν να αντιπαλέψουν και την ληστρική και καταπιεστική συμπεριφορά των βυζαντινών φοροεισπρακτόρων , οι οποίοι προκειμένου να συγκεντρώσουν την ανάλογη έγγεια πρόσοδο δεν δίσταζαν να μεταχειρίζονται βάναυσα , ακόμη και με βασανιστήρια και φυλακίσεις τους ελεύθερους καλλιεργητές[15] . Οι φορολογικές υποχρεώσεις συνέτειναν στην εκδούλευση των ελεύθερων καλλιεργητών καθώς αναγκάζονταν να πωλήσουν τις ιδιοκτησίες του για να μπορέσουν να ζήσουν και να αποπληρώσουν τους φόρους .Την εξέλιξη αυτή αξιοποιούσαν τόσο οι Δυνατοί μεγαλογαιοκτήμονες , οι οποίοι έσπευδαν να αγοράσουν έναντι ευτελούς ποσού την έγγεια περιουσία των μικροκαλλιεργητών και να τους προσφέρουν κατάλυμα και προστασία από τις αρπακτικές διαθέσεις των φοροεισπρακτόρων , όσο και η εκκλησία η οποία προθυμοποιούταν να εντάξει την έγγεια περιουσία και τους ίδιους στην αφορολόγητη θαλπωρή της δύναμής της[16]
Για την καλύτερη θεώρηση της φορολογικής καταπίεσης κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε συνοπτικά τις φορολογικές και άλλες υποχρεώσεις που αναφαίνονται από το Αργυρόβουλο Γράμμα του έτους 1267 το οποίο εκδόθηκε από τον τότε Δεσπότη της Ηπείρου (στην οποία υπαγόταν τμήμα της Θεσσαλίας ) Νικηφόρο Α΄ Άγγελο –Δούκα-Κομνηνό και απευθυνόταν στην Μονή της Οξείας Επισκέψεως της Πανάγνου Θεομήτορος ,της Μακρυνίτσας .M’αυτό το Αργυρόβουλο ο Δεσπότης της Ηπείρου εξαιρούσε το προαναφερθέν μοναστήρι από την καταβολή του <<ακρόστιχου>> , που ήταν έγγειος φόρος τον οποίο πλήρωναν οι εκκλησίές εκείνη την εποχή, όπως επίσης και από τους άλλους φόρους-14 σε είδος - που πλήρωναν . Χαρακτηριστικά πλήρωναν φόρους αγγαρείας, παραγγαρείας ,ψωμοζητίας ,χοιροδεκατίας καταθέσεως μιτάτου, δόσεως εξωτύπου, δόσεως γειμόρου, μελισσονομίου, διανομής Δουκικής και Κατεπανικής ,ωφελείας καστροκτησίας ,απαιτήσεως πλωίμων και απαιτήσεως νομίθρου. Αυτά και άλλα είδη φόρων ίσχυαν σ’ όλη την θεσσαλική ενδοχώρα όλη την διάρκεια του 13ου και 14ου αιώνα[17].
Ένα άλλο στοιχείο το οποίο κινείται στο ίδιο πνεύμα είναι το <<ορκομωτικόν γράμμα>> του Μιχαήλ Γαβριηλόπουλο , ο οποίος ήταν για ένα μικρό διάστημα (1295-1296) <<αυθέντης>> της Θεσσαλίας και κατοικούσε στην θεσσαλική πόλη Φανάρι κοντά στην Καρδίτσα. Το <<ορκομωτικόν γράμμα>> εξέδωσε το 1333 ο Στέφανος Γαβριηλόπουλος καλώντας τους ισχυρούς παράγοντες κοσμικούς και εκκλησιαστικούς να το κοινοποιήσουν στους υπόλοιπους κατοίκους του Φαναρίου. Καθόριζε τριών ειδών φορολογικές υποχρεώσεις προς τους υπηκόους του:τον <<κομέρκιο φόρο>> φόρος των εμπορικών συναλλαγών, τον φόρο της παρθενοφθορίας, που επιβαλλόταν στους βιαστές των παρθένων πέρα από τις άλλες ποινικές διώξεις και την πενταμίδεια. Παράλληλα απάλλασσε τους υπηκόους του από τους φόρους του σχετιζόμενους με την συγκομιδή των σιτηρών, τα αμπέλια, το κρέας ,τους βοσκότοπους την δεκάτη για τους χοίρους και για κτήσεις σε άλλες περιοχές[18] .
Τέλος , σε αντιδιαστολή με την κατάσταση των τριών κατηγοριών των αγροτών οι γαιοκτήμονες αποτελούσαν ισχυρότατη μειονότητα , η οποία εκμεταλλεύονταν τον πλούτο της θεσσαλικής γης .Οι κτήσεις τους ήταν μεγάλης έκτασης και περιελάμβαναν κάθε κατηγορία γης (νομαδιαίες ,κτηνοτροφικές, καλλιεργήσιμες και μη, δασικές εκτάσεις ,λίμνες ,ορεινές ή πεδινές περιοχές ακόμη και ιδιόκτητα χωριά. Αυτές οι εκτάσεις γης ανάλογα με την έκταση και το περιεχόμενό τους ονομάζονταν <<Πρόνοιες>>, <<Επισκέψεις >>, Στάσεις >>,<<Υποστάσεις >>,και <<Ζευγολατεία>>.[19]
Σκοπός της συνοπτικής θεώρησης της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης της Θεσσαλίας είναι να καταδείξει το πλέγμα των σχέσεων μεταξύ των ανώτερων στρωμάτων(γαιοκτημόνων) και των άλλων τριών κατηγοριών των δουλοπάροικων. Μέσα απ’ αυτήν μπορεί να κατανοήσει κανείς ευκολότερα τους λόγους ανυπαρξίας αντίστασης στους Οθωμανούς κατακτητές αφ’ ενός από την πλευρά των αγροτικών μαζών και αφ’ ετέρου από την πλευρά των γαιοκτημόνων οι οποίοι επέδειξαν διάθεση συνεργασίας με τους κατακτητές .



3. Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΚΑΤΑKTHΣΗ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ



Ο θάνατος του Σέρβου βασιλιά (κράλη) Στέφανου Δουσάν (1331-56) και η παραίτηση από τα κοσμικά καθήκοντα του Σερβοβυζαντινού μονάρχη της Θεσσαλίας (1381) Συμεών Ούρως Παλαιολόγο (ενεδύθη το μοναχικό σχήμα και πήρε το όνομα Ιωάσαφ) αποδυνάμωσε τον μοναδικό πόλο αντίστασης στην οθωμανική κατακτητική πορεία προς τα Βαλκάνια. Η κατάληψη των Σερρών το 1383 άνοιξε τον δρόμο για την κατάκτηση της Θεσσαλίας .Αξίζει να σημειωθεί το γεγονός ότι η κατάκτηση της Θεσσαλίας πραγματοποιήθηκε σε τρεις φάσεις ( Α΄ φάση c. 1386-7, Β΄ φάση c.1392-3 έως 1396-7, Γ΄ φάση c. 1414/ 1423 και εξής )[20] καθώς αλλού οι Οθωμανοί αντιμετώπισαν οργανωμένη αντίσταση (κυρίως στις βενετοκρατούμενες περιοχές ), ενώ αλλού οι κάτοικοι προτίμησαν να συνθηκολογήσουν και να παραδοθούν. Επιπλέον , όπως είναι φυσικό πολλές πόλεις και χωριά ανακαταλήφθηκαν από τους Βυζαντινούς , εξαιτίας της απασχόλησης των Οθωμανών σ’ άλλα πολεμικά μέτωπα αλλά και λόγω των συμφωνιών του 1403 και 1413 με τους Βυζαντινούς περί παραχώρησης κατειλημμένων εδαφών στους τελευταίους [21].
Η πορεία κατάληψης των θεσσαλικών περιοχών φαίνεται πως έγινε σχετικά εύκολα και αναίμακτα. Για παράδειγμα ο ξακουστός στρατάρχης και κατακτητής της Θεσσαλίας Εβρενός [22] κατέλαβε την Λάρισα (κατά την ΄Α φάση )χωρίς να αντιμετωπίσει αντίσταση από των τοπικό βυζαντινό δυνάστη Αλέξιο ΄Αγγελο Φιλανθρωπινό , ο οποίος κατέφυγε και οχυρώθηκε για λίγο διάστημα στα Τρίκαλα. Επίσης και η κατάληψη του Δομοκού και των Φαρσάλων από τον Βαγιαζήτ Α΄ (τέλη 1393) έγινε την ώρα που έλειπε ο τοπικός ηγεμόνας πιγκέρνης (τίτλος βυζαντινού αξιωματούχου ή μέλος οικογένειας των Επικερναίων ; [23]) και οι κάτοικοι συνθηκολόγησαν. Το αυτό έγινε και στην περίπτωση των Σαλώνων (Άμφισσας ) , όπου ο τοπικός επίσκοπος Σεραφείμ προσπαθώντας να απαλλάξει την πόλη του από την καταπίεση των Λατίνων και της συμμάχου αυτών Ελένης Καντακουζηνής[24] κάλεσε τον Βαγιαζήτ δήθεν για να κυνηγήσει Στην περίπτωση της συνθηκολόγησης του Πλαταμώνα ο κατακτητής προσέφερε στους κατοίκους προνόμια (φοροαπαλλαγές ) με αντάλλαγμα την φύλαξη του φρουρίου[25].Βέβαια η χωρίς βία κατάκτηση του θεσσαλικού χώρου δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την συμπαράσταση και αρωγή των τοπικών γαιοκτημόνων , οι οποίοι διείδαν στην νέα εξέλιξη που λάβαινε χώρα την ευκαιρία διατήρησης των κεκτημένων τους.
Η γρήγορη εξάπλωση των Οθωμανών οφείλεται στο σύστημα των άκρων (ουτς- uη) , το οποίο συνίστατο στην κατάληψη μιας περιοχής συνήθως από έναν γαζή (πολεμιστή του κορανίου-μαχητή της πίστεως ) , ο οποίος αυτόχρημα χριζόταν ουτς εμίρης (uç emır).Η καταληφθείσα περιοχή αποτελούσε περιοχή της δικής του ποικίλης δικαιοδοσίας (στρατιωτικής ,πολιτικής φορολογικής ).Κοντά σ’ αυτόν υπήρχαν οι υποτελείς του ουτς μπέηδες (uç beğler) .Η περιοχή δικαιοδοσίας θεωρούταν προσωρινή κατάκτηση με την προϋπόθεση ότι οι γειτονικές περιοχές έπρεπε –σε μιαν αέναη πορεία κατάκτησης -να τεθούν υπό τον έλεγχο του. Ακολούθως οι Οθωμανοί έσπευδαν να θέσουν την υπό κατάκτηση περιοχή σε καθεστώς υποτέλειας είτε ερχόμενοι σε συνεννόηση με τους τοπικούς άρχοντες καθιστώντας τους έτσι υποτελείς είτε εξοντώνοντας την τοπική αριστοκρατία. Το επόμενο βήμα ήταν η δήωση των τοπικών φρουρίων –οχυρών και η εγκατάσταση φρουράς συνήθως από άλλα απομακρυσμένα μέρη[26].Ασφαλώς μεγάλο ρόλο έπαιζαν και τα επανδρωμένα από ντόπιους στρατιωτικά σώματα (βοινούκοι, μουσελλέμηδες ακιντζί)[27], τα οποία έναντι προνομίων-παροχής τίτλων βοηθούσαν την πραγμάτωση των οθωμανικών σχεδίων.
Τόσο στους Οθωμανούς στρατιώτες που πολεμούσαν για την επέκταση του Ισλάμ( σπαχήδες-sipahiler ) όσο και στα βοηθητικά σώματα που αποτελούνταν και από ντόπιους παρέχονταν τιμάρια-συνήθως στους βυζαντινούς προνοιάριους της κατώτατης αριστοκρατίας της γης , οι οποίοι έπρεπε να έχουν στρατιωτική καταγωγή και να έχουν επιδείξει γενναιότητα στην μάχη ονομάζονταν κιαφίρ ή ιχριστιάν σιπαχιλέρ[28]-(δωρεά η οποία παραχωρούνταν κανονικά προσωρινά ως ανταμοιβή για την προσφορά στρατιωτικής ή πολιτικής υπηρεσίας αποτελούμενη τόσο από φορολογικά έσοδα όσο και από κείνα που προέρχονταν από την αξιοποίηση του τιμαριακού πλεονάσματος ).Η αναγνώριση του ρόλου των Θεσσαλών χριστιανών και μουσουλμάνων σπαχήδων φαίνεται από το γεγονός ότι σπαχήδες από την Ρούμελη πολέμησαν στο πλευρό του Βαγιαζήτ Α΄ στην μάχη της Άγκυρας (1402) ενώ το 1413 ο Σινάν βέης διοικητής των Τρικάλων και ο Πασά Γιγίτ βευς των Σκοπίων συμμετείχαν στον οθωμανικό εμφύλιο[29] πόλεμο. Μάλιστα επί Μουράτ Β΄ οι <<άρχοντες της Θεσσαλίας >> αναγκάστηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό των Οθωμανών το 1422 κατά της Κωνσταντινούπολης και το 1430 κατά της Θεσσαλονίκης[30].Σύμφωνα με τις πηγές 36 από τους 182 τιμαριούχους των Τρικάλων το 1455 ήταν χριστιανοί[31].Την ίδια περίοδο και ως το16ο αιώνα υπήρχαν στα Τρίκαλα 103 χριστιανοί βοινούκοι και 203 γιαμακ(yamak) ίσως ήταν απόγονοι των κατόχων μικρών γαιοκτησιών (μπάσταινες ) της περιόδου του Στέφανου Δουσάν (1333-1355)[32].Το μόνο σίγουρο είναι ότι πολλοί απ’αυτούς αν δεν εξισλαμίστηκαν αμέσως , όπως για παράδειγμα οι Αλβανοί Χαμζά βέης καταγόμενος από την οικογένεια του Καστριώτη και Γιακούμπ βέης καταγόμενος από την οικογένεια Μουζάκη κυβερνήτες της Αλβανίας την εποχή του Μουράτ Β΄, το έπραξαν στο αμέσως επόμενο διάστημα. Έτσι σε 2-3 γενιές απογόνων είχαν εξισλαμιστεί πλήρως [33]
Η συνεισφορά των Δερβίσηδων υπήρξε καθοριστική στον εξισλαμισμό των ντόπιων . Ήδη από την ίδρυση της πρώτης μπεκτασικής κοινότητας στα Βαλκάνια (Δοβρουτζά 1263) με επικεφαλής των Σαρί Σαλτήκ μαθητή και συνεργάτη του Χατζή Μπεκτάς παρατηρήθηκε έντονη όσμωση με τους ντόπιους[34].Αυτό το προγεφύρωμα του ετερόδοξου Ισλάμ έμελλε να παίξει σπουδαίο ρόλο στην εξάπλωση του ετερόδοξου Ισλάμ στα Βαλκάνια , καθώς την εποχή των βυζαντινών εμφυλίων πολέμων τόσο μεταξύ των Ανδρονίκων Β΄ και Γ΄ όσο και μεταξύ του Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού και Ιωάννου Ε΄ Παλαιολόγου , οι Δερβίσηδες προωθούνταν στα Βαλκάνια με τα τουρκικά στρατεύματα που πολεμούσαν –ως σύμμαχοι-πότε με τον ένα και πότε με τον άλλο διεκδικητή του βυζαντινού θρόνου. Το οθωμανικό σουνιτικό ιερατείο αντιδρούσε σθεναρά στην διδασκαλία των ετερόδοξων δερβίσηδων επειδή αυτοί δίδασκαν την εμφορούμενη από τον θρησκευτικό συγχρωτισμό και συνδυασμό πολλών ετερόκλιτων στοιχείων ανοχή. Η αντίδραση στην καταπίεση του σουνιτικού κατεστημένου φάνηκε στην εξέγερση του σεΐχη Μπεντρεντίν στις αρχές του 15ου αιώνα η οποία έλαβε χώρα κυρίως στα Βαλκάνια[35].Ωστόσο οι πρώτοι Οθωμανοί Σουλτάνοι και τα σημαίνοντα μέλη της τάξης των στρατιωτικών (ασκέρι) ήταν οι ίδιοι φορείς και κοινωνοί των μυστικιστικών ιδεών των Δερβίσηδων. Οι πρώτοι μάλιστα καλούσαν τους επώνυμους Σείχιδες (πρώτοι τη τάξει στο δερβίσικο τάγμα) για να πάρουν την ευλογία τους ή να τους συνοδεύσουν στην εκστρατεία.
Χαρακτηριστικό της σημασίας των δερβίσηδων στην εξάπλωση των Οθωμανών είναι το γεγονός ότι οι Σουλτάνοι και οι διοικητές των άκρων στην Βαλκανική παρείχαν στους δερβίσηδες όλα τα εχέγγυα (μεγάλες εκτάσεις γης φοροαπαλλαγές ) προκειμένου οι τελευταίοι να ιδρύσουν τεκέδες στις κατακτημένες περιοχές. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τεκέδες [36]ή ζαβιγιέδες-zavıye (παρατηρητήρια) δεν αποτελούσαν μόνο χώρους πνευματικής περισυλλογής αλλά εκπλήρωναν και θεμελιώδεις ανάγκες της νέας πολιτικής αρχής. Λειτουργούσαν ως φυλάκια, κέντρα ανεφοδιασμού στρατιωτικών μονάδων, ξενώνες , ψυχιατρεία, κέντρα σιτισμού των εποίκων και προπαγάνδας . Έτσι στις επιχειρήσεις του Εβρενός που κατέληξαν στην κατάληψη της Λάρισας το 1392-1993 συμμετείχε και ο ονομαστός Δερβίσης Χασάν Μπαμπά , ο οποίος κατέλαβε το κάστρο της Ωριάς και πραγματοποίησε τους πρώτους εποικισμούς μουσουλμάνων στην βόρεια Θεσσαλία. Μάλιστα το 1490 χτίστηκε στην έξοδο των Τεμπών από τον Ομέρ Βέη τζαμί και καραβάν σεράι κοντά στο χωριό Χασάν Μπαμπά στο οποίο διαβιούσαν 35 μουσουλμανικές οικογένειες απολαμβάνουσες φοροαπαλλαγών.[37]
Μια άλλη πτυχή της οθωμανικής κατάκτησης της Θεσσαλίας αποτελεί η αγαθοεργός δράση των Οθωμανών σπαχήδων-γαζήδων οι οποίοι για τον ηρωισμό και πολεμική διάθεση που επέδειξαν κατά την περίοδο των πολεμικών επιχειρήσεων ανταμείφθηκαν με την παροχή τιμαριακής γης .Οι σπουδαιότεροι απ’ αυτούς τους ευεργέτες ήταν ο Γαζή Εβρενός και ο Τουραχάν Μπέης και οι γιοι του Ομέρ και Χασάν [38],ο πρώτος μάλιστα παραχώρησε τιμάρια και σε χριστιανούς[39].Μόνο στην περιοχή των Τρικάλων ο Τουραχάν έχτισε 1 τζαμί ,2 μεστζίντ, 2 ζαβιγιέδες ,1 χαμάμ .Η αγαθοεργός δράση δεν θα ήταν δυνατή εάν δεν είχε εισαχθεί στην Θεσσαλία ένα νέο φεουδαρχικό σύστημα από τον Βαγιαζήτ Α΄ (γύρω στο 1397). Σύμφωνα μ’ αυτό οι γαίες χωρίστηκαν σε σουλτανικές ,βακούφια και φέουδα σπαχήδων (ζιαμέτια δηλαδή μεγάλα φέουδα που κατείχαν οι ζαίμηδες και μικρά φέουδα που κατείχαν οι τιμαριούχοι). Το νέο σύστημα , στο οποίο περισσότερο φορολογούνταν η εργασία και οι υπηρεσίες παρά τα χρήματα και τα εμπορεύματα σε συνδυασμό με την ειρήνη που επέβαλε το οθωμανικό κράτος -τουλάχιστον στον κάμπο-και την καταγραφή των γαιοκτησιών κάθε 20-30 χρόνια στους καταλόγους οδήγησε στην βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών.
Η επανίδρυση πόλεων , οι οποίες είχαν καταστραφεί (εξαιτίας πολέμων ή φυσικών καταστροφών) ή εγκαταλειφθεί αποτέλεσε ένα από τα κύρια συστατικά της πολιτικής των Οθωμανών προκειμένου να εδραιώσουν την κυριαρχία τους .Για παράδειγμα η Λάρισα την εποχή της κατάκτησης της Θεσσαλίας εάν δεν ήταν έρημη τουλάχιστον είχε μεταβληθεί σε ερειπιώνα [40].Οι Οθωμανοί εγκαταστάθηκαν στο νότιο τμήμα της πόλης αφήνοντας τους χριστιανούς να κατοικούν στην περιοχή γύρω απ’ το κάστρο. Γύρω στα τέλη του 15ου αιώνα άρχισαν να ανεγείρουν δημόσια κτήρια και κοινωφελή ιδρύματα ενώ δεν κατασκευάστηκε νέο τοίχος ,γεγονός που αποδεικνύει την εγκαθιδρυμένη ασφάλεια του οθωμανικού κράτους. Η επανίδρυση με το (νέο όνομα Yeni Şehir) της πόλης χρονολογείται γύρω στο 1400 από τον Βαράκ βέη γιο του Εβρενός βέη. [41]
Τα Τρίκαλα το 1454/55 είχαν 70,63% μουσουλμανικό πληθυσμό και κατοικούσαν σε 8 συνοικίες και σε μια κοινότητα απελεύθερων μουσουλμάνων του Τουραχάν και Ομέρ μπέη. Ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας (σαντζάκι της Θεσσαλίας ) στην οποία έμενε Ομέρ μπέης[42] .Την ίδια περίοδο η Λάρισα είχε 11 μουσουλμανικές συνοικίες και μόνο 1 χριστιανική! (περίπου το 90% του πληθυσμού ήταν μουσουλμάνοι[43]).Σημειωτέον ότι από τα 355 άτομα των μουσουλμανικών οικογενειών οι 217 ήταν τεχνίτες γεγονός που αποδεικνύει-παρά την εντύπωση ότι οι περισσότεροι ανήκαν στην τάξη των στρατιωτικών-ότι το οθωμανικό κράτος απέδιδε μεγάλη σημασία στην αξία των τεχνιτών προκειμένου να αναζωογονηθεί μια πόλη ή ένας οικισμός . Η οικιστική ανάπτυξη της Θεσσαλίας είναι απότοκη της οικονομικής βελτίωσης που επέφερε η οθωμανική κατάκτηση:το συγκεντρωτικό κράτος καθόρισε τις σχέσεις μεταξύ των κοινοτήτων (μιλλέτ),τις σχέσεις αγροτών και γαιοκτημόνων. Η λεπτομερής καταγραφή των κατοίκων (νομική υπόσταση του ατόμου οικονομική και κοινωνική κατάσταση περιουσιακά στοιχεία) σε μητρώα –κατάστιχα κάθε 30-40 χρόνια αποτελούσε δικλείδα ασφαλείας –τουλάχιστον τους δύο πρώτους αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης – προκειμένου να μην καταπιέζονται οι λιγότερο δυνατοί. Η κοινωνική ειρήνη που επικράτησε –εν μέρει και από την αποφασιστική τήρηση των κατάστιχων και των νομικών διατάξεων-συνέβαλε στην εξάπλωση του αστικού πληθυσμού στα Βαλκάνια. Συνακόλουθη της οικιστικής ανάπτυξης –και προϋπόθεση της –ήταν η ανάπτυξη της οικονομίας .Οι κάτοικοι άρχισαν και πάλι να καλλιεργούν την γη και να παράγουν τα προϊόντα της θεσσαλικής γης :κυρίως δημητριακά, εσπεριδοειδή, πρόβατα, βόδια, άλογα-η φυλή της Θεσσαλίας ήταν ονομαστή για την ανθεκτικότητα, ταχύτητα, δύναμη και μεταφορική ικανότητα- βούτυρο. μέλι, κερί και ξυλεία. Μάλιστα ένα μέρος της πλεονάζουσας παραγωγής της Θεσσαλίας –μαζί μ’ αυτήν της Μακεδονίας ,Θράκης και των παραδουνάβιων ηγεμονιών –φυλασσόταν για εξαγωγή στην Κωνσταντινούπολη. Ο κρατικός παρεμβατισμός –υπήρχαν κανονισμοί για την εγγύηση της σταθερής σοδειάς των καλλιεργειών και μερικοί γεωργοί υποχρεώνονταν να δίνουν την παραγωγή τους σε αυστηρά καθορισμένες τιμές-αποτελούσε εφαλτήριο για την ομαλή λειτουργία της αγοράς ακόμη και σε συνθήκες ανάγκης[44].Επίσης η παρέμβαση του κράτους συνέβαλε -με το σύστημα των συντεχνιών- στον καλύτερο διοικητικό και δημοσιονομικό έλεγχο του αστικού πληθυσμού.
Ανακεφαλαιώνοντας πρέπει να πούμε ότι κατά γενική ομολογία η οθωμανική κατάκτηση της Θεσσαλίας μ’ όλες τις παραμέτρους που την χαρακτήριζαν επέφερε αλλαγές σ’ όλες τις υποστάσεις της ζωής των κατακτημένων. Η δύναμη της κεντρικής εξουσίας και η αστραπιαία επέκταση του οθωμανικού πολιτικού συστήματος εισήγαγε ένα πιο ανθρώπινο γαιοκτητικό σύστημα, τουλάχιστον για τα δεδομένα της εποχής και της προηγούμενης κατάστασης .Η κοινωνική ηρεμία συνετέλεσε στην οικιστική ανάπτυξη και στην πληθυσμιακή αύξηση αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η οικονομική-βιοτεχνική πρόοδος Βέβαια αρωγός της εξέλιξης υπήρξε όχι μόνο η ντόπια φεουδαρχία-αριστοκρατία η οποία προτίμησε να περιστείλει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες της περιορίζοντας την έκταση των γαιών αλλά και να εξισλαμιστεί προκειμένου να μην χάσει τα προνόμια της αλλά και η εκκλησία , η οποία κινήθηκε στην ίδια πορεία συνεννόησης με τον κατακτητή.[45]Κοντά σ’ αυτά η δράση των δερβίσηδων και ο προσηλυτιστικός τους ρόλος αποτέλεσαν το ασφαλέστερο εφαλτήριο προς αυτήν την κατεύθυνση. Καμιά όμως από τις πτυχές της οθωμανικής κατάκτησης δεν θα πραγματοποιούνταν χωρίς την συμμετοχή των νομάδων εποίκων.


4. ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗΣ - ΟΙ ΝΟΜΑΔΕΣ



Μια από τις μεθόδους διασφάλισης των οθωμανικών κτήσεων τόσο στην Ανατολία όσο και στα Βαλκάνια ήταν η μαζική εκτόπιση-μετανάστευση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων και η μεταφορά τους στα κατακτημένα εδάφη. Οι πληθυσμιακές ομάδες αποτελούνταν κυρίως από Τουρκομάνους νομάδες , οι οποίοι κατά τον 11ο αιώνα άρχιζαν να πλημμυρίζουν τις στέπες τις Μικράς Ασίας πιεζόμενες από τις ομόφυλές τους μογγολικές .Η άφιξη και εγκατάσταση τους ήταν σταδιακή καθώς ολοένα και περισσότερο αύξανε ο πληθυσμός τους λόγω των νέων αφίξεων των ομοφύλων τους από την κεντρική Ασία. Δυστυχώς οι υπάρχουσες πηγές δεν επιβεβαιώνουν με ακρίβεια τον αριθμό τους σίγουρο όμως είναι ότι ήταν εκατοντάδες χιλιάδες και ότι καθώς μεγάλωνε η πίεση των Μογγόλων όλο και περισσότεροι έβρισκαν καταφύγιο στην Μικρά Ασία. Η μετανάστευση κράτησε μέχρι των 14ο αιώνα αφού πλέον οι φυλετικές ομάδες είχαν φτάσει ως τα παράλια της Δυτικής Μικράς Ασίας .Αποφασιστικής σημασίας είναι το γεγονός ότι οι κρατικές υποστάσεις (εμιράτα) που δημιουργήθηκαν στην Μικρά Ασία <<έσπρωχναν>> τους νεοφερμένους επήλυδες ολοένα και πιο δυτικά. Οι Γιουρούκοι (Yürükler) μια από τις φυλές των νομάδων [46]ή ίσως μια ονομασία η οποία χρησιμοποιούνταν για να καλύψει τους νομαδικούς τουρκμενικούς πληθυσμούς , που ασχολούνταν με την κτηνοτροφία (παράγεται από το παλαιοτουρκικό ρήμα-yori- περπατώ, βαδίζω σε πορεία και απαντάται στις τουρκικές γλώσσες με φωνηεντικές παραλλαγές [47]) εγκαταστάθηκαν στην Μικρά Ασία μόνιμα πλέον ασχολούμενοι όμως σε μεγάλο βαθμό με την κτηνοτροφία. ΄Όμως η εγκατάσταση των νομάδων στην Ανατολική πλευρά του βυζαντινού κράτους είχε αρνητικό αντίκτυπο στην εδαφική του ακεραιότητα αφού επιτάχυνε την διαδικασία του εξισλαμισμού και εκτουρκισμού των κατοίκων της Μικράς Ασίας.
΄Όπως είναι φυσικό η θεσμοθετημένη κινητικότητα διαπερνούσε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των νομάδων. Οι Τουρκομάνοι έκαναν μεταναστεύσεις –κατακτήσεις σε αντίθεση με τους αραβικούς –κουρδικούς πληθυσμούς που επέδραμαν για να αρπάξουν λάφυρα. Εξάλλου το καραβάνι εύκολα μετατρέπονταν σε επεκτατική ορδή,[48]αφού η εξάπλωση του καραβανιού εξαρτιόταν άμεσα από τα μεταφορικά μέσα τα οποία χρησιμοποιούσε. Στις στέπες το άλογο διευκόλυνε την βοσκή λειτουργούσε ως γαλακτοπαραγωγός μονάδα ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε και ως μεταφορικό μέσο και συντελούσε στην συγκρότηση του στρατού. Αν σκεφτεί κανείς τον τεράστιο αριθμό αλόγων που εξέτρεφαν οι νομάδες και πως συνήθως ο κάθε νομάδας είχε στην κατοχή του 2-3 άλογα για την φόρτωση της λείας δεν είναι δύσκολο να καταλάβει ,πως το ιππικό συνέτριβε το πεζικό των μόνιμα εγκατεστημένων αγροτών. Η συντριβή των αντιπάλων οφειλόταν στον τρόπο μάχης και στα όπλα που χρησιμοποιούσαν οι νομάδες .Απέναντι στα σπαθιά και τα κοντάρια των πεζών οι νομάδες αντιπαρέτασσαν το τόξο και τις γρήγορες και ορμητικές επιθέσεις με άλογα. Αυτό σε συνδυασμό με την αξιοποίηση τεχνικών μάχης( ενέδρες τεχνάσματα, οργανωμένες υποχωρήσεις –επιθέσεις) και με την συνοδεία σουλτανικού στρατού έκανε την υπεράσπιση τόπων με άσχημη οχύρωση απολύτως μάταιη.[49]
Από την θεσμοθετημένη κινητικότητα εξαρτιόταν και η κοινωνική σύνθεση της φυλής. Η κινητικότητα όμως προϋπέθετε την απουσία εγκατάστασης η οποία στην περίπτωση των νομάδων όποτε και αν συνέβαινε ήταν παροδική και εξαρτιόταν από εξωτερικούς παράγοντες (καιρικές συνθήκες ,γιορτές –πανηγύρια σχετιζόμενα με τις λατρευτικές τους συνήθειες). Εξάλλου το χορτάρι το οποίο ούτως ή άλλως ανανεώνεται κάθε χρόνο δεν απαιτεί καλλιέργεια -μόχθο. Ορμώμενοι απ’ αυτό μπορούμε να πούμε ότι και η κατοχή ιδιοκτησίας με την μορφή γαιοκτησίας ήταν τελείως περιττή αφού η κοινοκτημοσύνη των βοσκότοπων εξασφάλιζε τα μέσα για την αναπαραγωγή της φυλής .Αυτές οι συνθήκες , οι οποίες δεν προϋπέθεταν ανάπτυξη ατομικής πρωτοβουλίας , έκαναν προτιμότερη την πατριαρχική οργάνωση της φυλής .Το πολυάνθρωπο σύνολο προερχόταν από μια κοινή γενεά εκπρόσωπος της οποίας ήταν το γηραιότερο άτομο της οικογένειας /φυλής /πατριάς το οποίο χάρη στην ποικίλη εμπειρία του μπορούσε να εγγυηθεί τις καλύτερες λύσεις και να <<υποδυθεί>> τον ρόλο του εργοδότη, δικαστή, ηγεμόνα, εκπαιδευτή πολέμαρχου. Ασφαλώς η τυφλή υπακοή στο πρόσωπο του αρχηγού ήταν αυτονόητη προκειμένου να μην διαταραχθεί η εσωτερική ηρεμία της φυλής , την οποία αυτός εξασφάλιζε.
Ανεξάρτητη από την κινητικότητα δεν ήταν η ιδιοκτησία , η οποία περιοριζόταν στις αγέλες ζώων αλόγων ,ίππων, προβάτων, βοδιών και στη λεία (που βασιζόταν και στους σκλάβους τους οποίους αργότερα πωλούσαν) από τις ληστρικές επιδρομές .Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι την μεγάλη πομπή της ανθρώπινης μάζας συνόδευαν παπουτσήδες ,πεταλωτές ,ραφτάδες, κατασκευαστές βελών, τόξων, σιδηρουργοί, φαρμακοποιοί, ανεφοδιαστές τροφίμων , ενώ και η θέση της γυναίκας της γυναίκας ήταν ανάλογη[50]. Ωστόσο οι νομάδες φαίνεται πως είχαν βασικές γνώσεις καλλιέργειας κυρίως όμως καλλιεργούσαν κεχρί. [51]
Η κεντρική εξουσία φρόντισε να εκμεταλλευτεί την ιδιότητα και τον χαρακτήρα των νομάδων εγκαθιστώντας τους κατά χιλιάδες στα εδάφη της Μικράς Ασίας .Τόσο οι Σελτζούκοι όσο και οι Οθωμανοί αλλά και οι Βυζαντινοί[52] αξιοποίησαν τον φιλοπόλεμο χαρακτήρα τους και κυρίως την ανθρώπινη ανάγκη για στέγη και μόνιμη εγκατάσταση. Ειδικά η κεντρική οθωμανική εξουσία εκμεταλλευόμενη αυτήν την ανάγκη διευκόλυνε την εγκατάσταση των Γιουρούκων στα εδάφη της Μικράς Ασίας προκειμένου να αναζωογονήσουν την οικονομία της και να ενισχύσουν τον εκτουρκισμό της .Σε κάθε φάρα παρέχονταν γαίες -yurt- αποτελούμενες από χειμερινά (kılsak) και θερινά (yalak) βοσκοτόπια τα όρια των οποίων καθορίζονταν από το κράτος και εγγράφονταν στους αυτοκρατορικούς καταλόγους .Επίσης μέσα σ’ αυτά τα όρια ασχολούνταν έστω και περιθωριακά με την γεωργία ενώ ζητούσαν να τους αποδοθούν γαίες σε δάση ή βάλτους προκειμένου να καλλιεργούν σιτάρι, βαμβάκι και ρύζι. Οι μεγαλύτερες συγκεντρώσεις Γιουρούκων επιπόλαζαν στα εδάφη της δυτικής Ανατολίας ,νότιας Τουρκιάς και βορείου Ιράκ. Η συμβολή τους στην οικονομία ήταν μεγάλη ειδικά μετά την διάλυση του Σελτζουκικού κράτος (γύρω στον 13ο αιώνα) .Είχαν το προνόμιο να έχουν το μονοπώλιο των μεταφορών καθώς οι καμήλες τις οποίες εξέτρεφαν και κυρίως τα υβρίδια της αραβικής δρομίδος και της βακτριανής είχαν μεγαλύτερες ικανότητες μεταφοράς φορτίων ήταν δυνατές και ταυτόχρονα ανθεκτικές στα εδάφη και στις κλιματολογικές συνθήκες της Ανατολίας.[53] Επίσης μέρος των ειδών διατροφής (κρέας ,γαλακτοκομικά προϊόντα) ήταν εμπορεύσιμο είδος όπως επίσης και τα προϊόντα τα παραγόμενα από τα ζώα (μαλλί, δέρματα)ή το ρύζι. Το 1340 εξήγαγαν κάνναβη, όπιο, πρώτες ύλες ,μετάξι στους Γενοβέζους ενώ παρόλο που ασχολούνταν και με άλλες δραστηριότητες συμπληρωματικές της αγροτοκτηνοτροφικής οικονομίας κυνήγι υλοτομία καρβουνοποιία και ήξεραν τέχνες όπως η σιδηρουργία διακρίθηκαν ιδιαίτερα στην ταπητουργία. Χάρη στα χαλιά αναπτύχθηκαν στις περιοχές που είχαν εγκατασταθεί οι Γιουρούκοι , πολίσματα ή καλύτερα εμπορικά κέντρα , στα οποία εμπορεύονταν κυρίως με τους Δυτικούς τα προαναφερθέντα αγαθά και κυρίως χαλιά.[54]
Οι Γιουρούκοι και οι άλλοι τουρκομανικοί νομαδικοί πληθυσμοί ήταν ετερόδοξοι ερχόμενοι σ’ αντίθεση με την καθεστηκυία θρησκευτική αντίληψη των Σελτζούκων και Οθωμανών Σουλτάνων και του επίσημου σουννιτικού ιερατείου. Οι θρησκευτικές τους πεποιθήσεις έφεραν πολλά ανιμιστικά στοιχεία-κατάλοιπα των τουρκομογγόλων νομάδων της κεντρικής Ασίας.[55]Τα έθιμα και τα τελετουργικά τους ήταν τόσο ποικίλα και μπερδεμένα όσο και οι καταβολές τους .΄Όταν εξισλαμίστηκαν αποδεχόμενοι το επίσημο δόγμα , το έπραξαν μόνο επιφανειακά διατηρώντας την θρησκοληψία τις δεισιδαιμονίες και τα ανιμιστικά στοιχεία της προηγούμενης θρησκείας τους .Ο θρησκευτικός ηγέτης της κάθε φυλής (Baba) ήταν ο σαμάνος της φυλής .Με την εξάπλωσή τους στην Μικρά Ασία , ήρθαν σε επαφή τόσο με την ορθόδοξη παράδοση όσο και με την παράδοση αιρετικών πληθυσμών χριστιανικών και μουσουλμανικών. Οι περιπλανώμενοι δερβίσηδες , που δίδασκαν ανορθόδοξα δόγματα με δόση ισχυρού μυστικισμού και αντιμετώπιζαν την μήνιν του επίσημου σελτζουκικού και οθωμανικού κράτους έβρισκαν καταφύγιο στους νομάδες μεταδίδοντάς τους τις ιδέες και τα δόγματά τους.[56] Αντίθετα οι Γιουρούκοι και οι υπόλοιποι Τουρκομάνοι , που πλέον είχαν εγκατασταθεί στις πόλεις ήταν φορείς ενός πιο εκλεπτυσμένου μυστικισμού με αριστοκρατικές αρχές και φιλοσοφικό βάθος μπολιασμένου με την επίδραση του περσικού πολιτισμού[57].Κάτω απ’ αυτές οι Τουρκομάνοι ήταν φορείς μιας λαϊκής θρησκείας με στοιχεία τόσο ανιμιστικά όσο και μουσουλμανικά κυρίως προερχόμενα από την διδασκαλία των Σούφι. Παράλληλα ο πολεμικός χαρακτήρας των Τουρκομάνων συνταίριαξε τέλεια με το δόγμα του ιερού πολέμου (γαζά) και με την ζωή των φορέων αυτού γαζήζων. Αυτό αποτελούσε το εφαλτήριο επέκτασης της δικαιοδοσίας και επικράτειας των φυλάρχων σε βάρος των Αρμενίων και Χριστιανών.
Στην δυτική Μικρά Ασία μετά την κατάλυση του Σελτζουκικού κράτους (13ος αιώνας ) απόρροια της οποίας ήταν οι επαναστατικές κινήσεις των νομάδων και οι επιθέσεις των Μογγόλων οι φύλαρχοι των νομάδων –Γιουρούκων ανεξαρτητοποιήθηκαν ή συνεργάστηκαν με τους Μογγόλους προκειμένου να κυβερνούν οι ίδιοι.΄Ετσι κατά την πρώτη δεκαετία του 14ου αιώνα την περιοχή από την Άγκυρα ως και τις ακτές του Αιγαίου διαμοιράζονταν πολυάριθμοι Τουρκομάνοι μπέηδες και εμίρηδες οι οποίοι δημιούργησαν βραχύβια εμιράτα και μπεηλίκια. Συνήθως οι κρατικές οντότητες έπαιρναν το όνομά τους από το όνομα του φυλάρχου ιδρυτή τους[58] .Τον 15ο και 16ο αιώνα οι Γιουρούκοι νομάδες αποτελούσαν ένα σεβαστό ποσοστό του πληθυσμού στα παρακάτω εμιράτα και στις γύρω περιοχές : Ankara, Aydin, Germıyan, Hamıd ,Karası, Menteşe, Saruhan ,Teke[59] (χάρτης 1).Απ’ αυτές τις περιοχές έμελε να προέλθουν οι έποικοι που πλημμύρισαν την Θεσσαλία στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα.



5. Ο ΕΠΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ



Οι οργανωμένες και ακούσιες ή εκούσιες μετακινήσεις –μεταναστεύσεις λαών και λαοτήτων στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και των Βαλκανίων δεν ήταν κάτι το νέο. Οι Οθωμανοί ως σοφοί μιμητές της βυζαντινής πολιτικής έσπευσαν να αντιγράψουν τις τακτικές και τους θεσμούς του πνέοντος τα λοίσθια αντιπάλου τους .Ένας από τους τρόπους επιβολής της κρατικής βούλησης ήταν και η εθελούσια ή βίαιη μετακίνηση μεγάλων πληθυσμών Γιουρούκων στα Βαλκάνια. Ο φίλερις χαρακτήρας των νομάδων , οι οποίοι ακόμη αν και εγκατέλειπαν την νομαδική ζωή , πάντα προτιμούσαν τις ληστρικές επιδρομές για να προσπορίσουν τα επιτήδεια. Επιπρόσθετα , το γεγονός πως ήταν φορείς και κοινωνοί του ετερόδοξου Ισλάμ τους καθιστούσε επικίνδυνο πληθυσμιακό στρώμα για την κατεστημένη πολιτική και θρησκευτική εξουσία. Εξάλλου , ακόμη και οι ειρηνικές δραστηριότητες των Γιουρούκων προκαλούσαν την αγανάκτηση των μόνιμα εγκατεστημένων ομοφύλων τους , των χριστιανών και μουσουλμάνων χωρικών , επειδή για τις ανάγκες εκτροφής των κοπαδιών μεγάλες εκτάσεις αρόσιμης γης μετατρέπονταν σε βοσκότοπους .Οι Οθωμανοί δεν ξέχασαν την κατάλυση του Σελτζουκικού κράτους από τους φυλάρχους μπέηδες ούτε και τις επαναστατικές και αντιεξουσιαστικές εξεγέρσεις , που κατά καιρούς ξέσπασαν στα Βαλκάνια και την Ανατολία με αφορμή θρησκευτικά ρεύματα (με κυριότερο αυτό του Μπεντρεντίν το 1414).Αξίζει να σημειωθεί πως αυτές οι εξεγέρσεις βρήκαν ανταπόκριση και απήχηση στους μπέηδες-εμίρηδες των άκρων () και στις φυλές τους , ενώ η καταπίεση των χωρικών από τους Γιουρούκους στερούσε από το οθωμανικό κράτος έσοδα. Γι΄ αυτό το λόγο ενδεδειγμένη λύση υπήρξε η εξορία των ταραχοποιών πληθυσμών , γι’ αυτό και βλέπουμε την μεταφορά των φιλέριδων Çepni Τουρκομάνων από το Canık της Μαύρης Θάλασσας στην Αλβανία στις αρχές του 14ου αιώνα και των Τατάρων του Σαρουχάν στην επικράτεια των Σκοπίων το 1390[60].Άλλη αιτία μετακινήσεων ήταν η αύξηση του πληθυσμού των Γιουρούκων στην δυτική Μικρά Ασία λόγω της μόνιμης εγκατάστασης και των οικονομικών (αύξηση των εμπορικών σχέσεων με την Δύση) και κοινωνικών (καλύτερες συνθήκες διαβίωσης ,αστικοποίηση) πλεονεκτημάτων που αυτή συνεπαγόταν[61].Συνάμα η δυτική Μικρά Ασία με τον φυσικό της πλούτο αποτελούσε την γή της επαγγελίας για τους άλλους νομάδες (Κούρδους ,Άραβες ) ή Τουρκομάνους , που συνέχιζαν να φτάνουν από την Ανατολή πιεζόμενοι κι αυτοί από άλλες φυλές της κεντρικής Ασίας . Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς πως η δυτική Μικρά Ασία τον 13ο και 14ο αιώνα ήταν περιοχή των άκρων .Οι ούτς εμίρηδες ή ούτς μπέηδες , στους οποίους είχαν δοθεί γαίες –συμπεριλαμβανομένων και βοσκοτόπων-με την μορφή τιμαρίου από την κεντρική εξουσία με αντάλλαγμα την συλλογή των φόρων και την στρατιωτική υπηρεσία , βλέποντας ότι χάρη στην πληθυσμιακή αύξηση και την ακόλουθη μείωση των καλλιεργήσιμων γαιών , δεν δίσταζαν να εξεγείρονται εναντίον της κεντρικής εξουσίας ιδιαίτερα , όταν αυτή ήταν αποδυναμωμένη[62].Αυτό συνέβαινε είτε εξαιτίας εξωτερικών εχθρών (για παράδειγμα η ήττα του Βαγιαζήτ από τον Ταμερλάνο στην μάχη της Άγκυρας το 1402) είτε εξαιτίας εσωτερικών κινδύνων (εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των γιων του Βαγιαζήτ).Η κατάσταση αυτή οδηγούσε τους νομαδικούς πληθυσμούς προς τα Βαλκάνια σε αναζήτηση ασφάλειας και ηρεμίας .Τελευταίος μα όχι λιγότερο σημαντικός λόγος ήταν η εγκαθίδρυση του οθωμανικού ελέγχου και η διασφάλιση της οθωμανικής ειρήνης .Οι Γιουρούκοι χάρη στον πολεμικό τους χαρακτήρα και τον αριθμό τους θα το πετύχαιναν με μεγάλη βεβαιότητα. Επίσης θα συνέβαλαν στον εκτουρκισμό και στην αύξηση του πληθυσμού αφού ο πληθυσμός των κατακτημένων χωρών των Βαλκανίων είχε αποψιλωθεί εξαιτίας των πολέμων, των κακουχιών των ,ασθενειών και της μετανάστευσης προς τους ορεινούς όγκους , που προσέφεραν ασφάλεια. Μ’ αυτόν τον τρόπο , περιοχές , όπως η Θεσσαλική πεδιάδα θα αναζωογονούνταν χάρη στην εργατική δύναμη των Γιουρούκων.
΄Όταν το 1348 οι δυτικοί Σταυροφόροι <<μπλόκαραν>> το λιμάνι της Σμύρνης ,η τουρκομανική μετανάστευση έλαβε νέα πορεία κι η έξοδος άρχισε από την περιοχή του Denizli- Aydın- Saruhan στα Δαρδανέλια και κατόπιν στην Θράκη και στην ανατολική πλευρά των Βαλκανίων. Πιο πριν είχαν σημειωθεί επιδρομές Τουρκομάνων στην Θεσσαλική πεδιάδα (το 1336-41 περίπου ο δυναμικός εμίρης Ουμούρ εισέβαλε ακολουθούμενος από ομοφύλους του δυτικού μικρασιατικού εμιράτου του Αιδινίου).Πάντως αυτό που έχει σημασία είναι ότι οργανωμένοι εποικισμοί στην περιοχή έγιναν κατά την διάρκεια της βασιλείας του Βαγιαζήτ Α΄( 1389-1402) και Μουράτ Β΄(1421-1451).΄Όπως προαναφέραμε οι Οθωμανοί είχαν εντάξει την μετακίνηση πληθυσμών (sürgün) και τους εποικισμούς (şenlendırme ) στις μεθόδους κατάκτησης και εγκαθίδρυσης ελέγχου. Βέβαια οι έποικοι θα αποτελούσαν εργατική δύναμη για την ανασυγκρότηση των κατακτημένων περιοχών. Αυτό επιβεβαιώθηκε περίτρανα στην περίπτωση της Θεσσαλίας .Είναι χαρακτηριστικό , πως οι έποικοι εγκαταστάθηκαν στην ανατολική Θεσσαλία ,παρόλο που το δυτικό τμήμα συγκέντρωνε περισσότερα πλεονεκτήματα για μόνιμες εγκαταστάσεις (λόγω των κλιματικών συνθηκών παρατηρείται ποσοστό βροχοπτώσεων της τάξης των 800-1000 mm ετησίως έναντι 600mm στο ανατολικό).Ωστόσο , την περίοδο εγκατάστασης των νομάδων ο πληθυσμός του ανατολικού τμήματος είχε μειωθεί αισθητά. Οι οθωμανικές καταγραφές του 1455 αποκαλύπτουν ότι η πλειοψηφία των χωριών της ανατολικής Θεσσαλίας έφεραν τουρκικά ονόματα ενώ της δυτικής ελληνικά, σλαβικά και αλβανικά.(χάρτης .2). Το 1423 εγκαταστάθηκαν από τον Μουράτ Β΄ 5000-6000 εμπειροπόλεμοι Γιουρούκοι στην βορειοδυτική Θεσσαλία , οι οποίοι προέρχονταν από την παλιά πρωτεύουσα των Σελτζούκων το Ικόνιο. Οι Κόνιαροι ή Κονιαλίδες (οι καταγόμενοι από το Ικόνιο) έχτισαν τα πρώτα 12 χωριά:Tατάρ,Καζακλάρ,Τσαίρ,Μισαλάρ,Καραμαν,Καρατσογλάν,Ντελίρ,Λιγάρα,Ραντγκούν,Καραντεμιλί, Δερελί και Μαλαμούτ.
Μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας κατά την πάγια τακτική των Οθωμανών όλη η γη κηρύχτηκε κρατική-μιρί. Όμως ένα μεγάλο μέρος δόθηκε ως τιμάριο στους δυο επιφανέστερους κατακτητές της περιοχής τον Γαζή Εβρενός και τον Τουραχάν Μπέη , οι οποίοι με την σειρά τους αφού κράτησαν ένα μεγάλο μέρος για τους εαυτούς τους και τους κληρονόμους τους μοίρασαν την υπόλοιπη στους σπαχήδες χριστιανούς και μουσουλμάνους .Οι έποικοι δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν γη για να εγκατασταθούν. Είτε εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλελειμμένα χωριά των χριστιανών είτε δημιούργησαν δικά τους. Η γη και τα ίδια τα εγκαταλελειμμένα χωριά ίσως τελούσαν υπό το καθεστώς του μεζραα.[63] Άσχετα από την πολυσημία του όρου , αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι ότι οι Οθωμανοί υιοθέτησαν τουλάχιστον για την δυτική Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια το βυζαντινό γαιοκτητικό καθεστώς .Θα μπορούσε κανείς να συνδέσει τον βυζαντινό θεσμό των αγριδίων –προαστίων με τον τύπο του μεζραα αφού και στις δύο περιπτώσεις επρόκειτο για περιοδικούς καταυλισμούς –εγκαταστάσεις και αργότερα ακατοίκητη γη κοντά στο κυρίως χωριό , η οποία τελούσε υπό καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Η σύνδεση μοιάζει περισσότερο δυνατή κα λυσιτελής αν σκεφτεί κανείς ότι , το μόνο που δεν ήθελαν οι Οθωμανοί αυτή την περίοδο ήταν η κοινωνική σύγκρουση. Εξάλλου , η κατάκτηση θα εγκαθιδρύονταν πιο εύκολα αν στο στάδιο της μετάβασης χρησιμοποιούνταν θεσμοί που προσομοίαζαν αυτούς του προηγούμενου καθεστώτος .
Αναφορικά με τον τρόπο δημιουργίας των οικισμών η προσπάθεια επεξεργασίας του είναι εξαιρετικά δύσκολη αφού η μορφή των οικισμών εξαρτιόταν από ποικίλους παράγοντες .Ωστόσο φαίνεται πως το καθεστώς βασίζονταν σε ορισμένες ομοιότητες αναφορικά με την ίδρυση οικισμών, οι οποίες δεν ήταν ανεξάρτητες από το αυτοκρατορικό γαιοκτητικό σύστημα ,την φορολογία και την τοπική διοίκηση. Αρχικά το χωριό-οικισμός έπρεπε να καταγραφεί στους αυτοκρατορικούς καταλόγους ως μια μονάδα γης –χώρου με καθορισμένα όρια αρόσιμης γης και βοσκοτόπων και φορολογικής απόδοσης .Ο αριθμός των αγροτικών οικογενειών και το ποσοστό των αρόσιμων γαιών δεν ήταν αποφασιστικός παράγοντας .Αντίθετα αποφασιστικής σημασίας ήταν η απόδειξη της μονιμότητας του οικισμού η οποία αποδεικνυόταν με την ύπαρξη νεκροταφείου, πηγής νερού ,βοσκοτόπων και καθορισμένων ορίων. ΄Όλα αυτά ήταν εξακριβώσιμα με την μαρτυρία ενός αξιόπιστου τοπικού μάρτυρα. Ειδικά ο τάφος ενός μάρτυρα αρκούσε για να αποδείξει την μονιμότητα του οικισμού[64].
Άλλο κοινό χαρακτηριστικό ήταν ότι ο οικισμός αποτελούταν από συσσωματώσεις ανεξάρτητων αγροτικών οικογενειών. Στο σύστημα του çift –hane η αγροτική οικογένεια αποτελούσε νομικά αυτόνομη μονάδα με όρους κατοχής και αξιοποίησης της γης [65].Με τον όρο οικογένεια εννοούμε πολυμελείς ενώσεις νομάδων , οι οποίες ανήκαν σε μια φυλή και υπάκουαν σ’ έναν αρχηγό. Από τις τρεις κοινωνικές οργανώσεις των νομάδων της φυλής ( boy ,aşiret),της κοινότητας (oymak, cemaat),της γειτονιάς ή καταυλισμού (mahalle,oba) , που οργανώνονταν πάνω σε βάσεις συγγένειας ή αίματος .Απ’ αυτά τα νομαδικά μορφώματα φαίνεται πως μόνο η γειτονιά κατόρθωσε να ανταποκριθεί στις συνθήκες της μόνιμης διαβίωσης και να επιβιώσει. Ο πυρήνας της γειτονιάς ήταν το σύνολο των συγγενών που κατάγονταν από έναν απώτατο γενάρχη. Η πατριαρχική οικογένεια αναδυόταν μέσα από την γειτονιά αυτή. Οι πατριαρχικές οικογένειες συγκροτούνταν συνήθως από μικρά σπίτια από λάσπη , που περιέβαλλαν έναν αίθριο ή έναν αύλειο χώρο. Η αυλή ήταν το αγίλ (ağıl) των νομάδων που συγκέντρωναν τις σκηνές τους δημιουργώντας κύκλο. Κάθε παρόμοια οικιστική ενότητα που ανήκε σε μια οικογένεια αποτελούσε το χανέ (hane) δηλαδή νοικοκυριό. Επειδή όμως ο κτηνοτροφικός χαρακτήρας της παραγωγής σε συνδυασμό με τις κλιματικές συνθήκες που τον ευνοούσαν καθόριζε τον οικισμό, οι νομαδικοί πληθυσμοί προτιμούσαν να καταυλίζονται σε παρθένα εδάφη σχεδόν στις πλαγιές λόφων προστατευμένα από τον βοριά. Αυτό εξηγεί ίσως και την προτίμηση των Γιουρούκων του Ικονίου να χτίσουν τα χωριά τους στις υπώρειες του Ολύμπου. Οι νομάδες αποσπούσαν από τον εγκαταλειμμένο οικισμό διάφορα υλικά όπως πόρτες ,παράθυρα. κίονες τα οποία μετέφεραν και ενέτασσαν με διαφορετική λειτουργική χρησιμότητα από εκείνη για την οποία είχαν κατασκευαστεί στα λάσπινα οικήματά τους[66] .
Ο καθορισμός των ορίων των χωριών-οικισμών ήταν ζωτικής σημασίας ιδιαίτερα για την συγκέντρωση και τον καθορισμό των φόρων. Κοντά στους οικισμούς υπήρχαν γαίες , που ανήκαν σε βακουφικά ιδρύματα ή είχαν διαφορετικό γαιοκτητικό καθεστώς .Προκειμένου να αποφευχθούν συγκρούσεις μεταξύ γειτονικών χωριών ή μεταξύ των κρατικών υπαλλήλων και των χωρικών ένας από τους βοηθούς του καδή , με την έγκρισή του έκανε επισταμένες έρευνες με την βοήθεια αξιόπιστων μαρτύρων , για να καθορίσει τα όρια του οικισμού. Επειδή δεν υπήρχαν τεχνητά σύνορα η <<χάραξη>> των ορίων εδράζονταν στην καταγραφή τοπικών σημαδιών δένδρα, βράχια, ρυάκια. Έπειτα πάνω στην έκθεση του καδή το κράτος εξέδιδε το sınırname.
Τέλος αξίζει να σημειωθεί πως το είδος των οικισμών καθορίζονταν αποκλειστικά από ανθρώπινους και κλιματικούς παράγοντες .Υπήρχαν οικισμοί που δημιουργούνταν από μοναχούς –δερβίσηδες κοντά ή γύρω από τάφους αγίων. Σε κοντινή απόσταση από τον τεκέ συνωστίζονταν οι Γιουρούκοι και δημιουργούσαν τον οικισμό τους αφενός για να βοηθούν τους μοναχούς παντοιοτρόπως και αφετέρου για να απολαμβάνουν την φοροαπαλλαγή με την οποία προικιζόταν ο τεκές. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί το χωριό του Χασάν Μπαμπά στα Τέμπη .Άλλες φορές εγκαθίσταντο σε οχυρές θέσεις ή σε θέσεις που δέσποζαν του κάμπου. Δεν είναι τυχαίο ότι οι ζαβιγιέδες ήταν θρησκευτικά ιδρύματα , στην κυριολεξία όμως παρατηρητήρια ,ούτε ότι τα Κονιαροχώρια της βορειοδυτικής Θεσσαλίας έλεγχαν τα περάσματα και τους εμπορικούς δρόμους που οδηγούσαν στην Μακεδονία. Επίσης υπήρχαν χωριά προικισμένα από την πολιτεία με προνόμια συνήθως φοροαπαλλαγές με αντάλλαγμα την εκτέλεση ορισμένων έργων , όπως για παράδειγμα την φύλαξη ορεινών περασμάτων (δερβενίων) (derbenci) ή γεφυρών (köprücü) , την εργασία στα κρατικά ορυχεία (küreci) ή στις φυτείες ρυζιού (çeltükci[67]) ,την κατασκευή τόξων και βελών(okçular) ή ροπάλων (topuzlar)[68].Ακόμη άλλα έπαιρναν τα ονόματά τους από τους ιδρυτές τους- αρχηγούς των οικογενειών (Δελή Ιμπραήμ), άλλα προς τιμήν διάσημων πολεμάρχων (Τουραχάν) , ενώ άλλα από τους τιμαριούχους στην επικράτεια των οποίων ανήκαν (Αχμέτ Αγά, Τουραχάν Βακούφ) και άλλα από φυσικά χαρακτηριστικά (Κοσδερέ). Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η ονοματοδοσία χωριών με το όνομα της φυλής π.χ. Σαρχανλάρ, Τσουλουλάρ , Σαριγαλί. Σακαλλού ή με ονόματα που υποδηλώνουν ασιατική καταγωγή .Ορισμένα από τα χωριά των Γιορούκων της Θεσσαλίας τα 4 Aydınlı ,Germıyanlı, Menteşeli, Şaruhanlı δηλώνουν ρητά τοποθεσίες της δυτικής Μικράς Ασίας .Το Γκερμιγιαν βρίσκεται κοντά στην Κιουτάχεια και ενσωματώθηκε τον 15ο αιώνα στο οθωμανικό κράτος ενώ τα άλλα τρία υποδηλώνουν 3 μπεηλίκια της δυτικής Μικράς Ασίας ενσωματωμένα στο σώμα της αυτοκρατορίας το 1390 από τον Βαγιαζήτ Α΄ και οριστικά το 1425/6[69].
Αναμφίβολα η μαζική μετανάστευση νομαδικών πληθυσμών μετέβαλλε τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες του βίου τους .Η κατανόηση της αλλαγής καλό είναι να ειδωθεί μέσα από τους όρους που καθόρισαν την μετανάστευση τους και διαμόρφωσαν τις πιο ευνοϊκές γι’ αυτούς συνθήκες στην χώρα υποδοχής .







6. ΣΚΙΑΓΡΑΦΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗΣ ΤΩΝ ΓΙΟΥΡΟΥΚΩΝ



Η κατακτημένη γη αποτελούσε σύνορο με την επόμενη υπό κατάκτηση περιοχή η οποία δεν θα ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί χωρίς την συμμετοχή των νομαδικών μαζών. Έτσι στις πρώτες κατακτήσεις των Οθωμανών ο ρόλος των εποίκων εντάσσεται ενεργά στους μηχανισμούς επιβολής και καταστολής του Οθωμανικού κράτους .΄Όπως προείπαμε ο πληθυσμός της Θεσσαλίας ειδικά στο ανατολικό της τμήμα είχε μειωθεί αισθητά. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με την φυγή στα ορεινά ή την μετανάστευση σε χώρες του εξωτερικού ή σε βενετοκρατούμενες περιοχές δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την πλήρη κυριαρχία των Γιουρούκων. Η ίδια η φύση της κοινωνικής τους οργάνωσης και του χαρακτήρα τους συνετέλεσε στον έλεγχο των πρωτοβουλιών αναφορικά με την δημιουργία των καταλληλότερων γι’ αυτούς συνθηκών. Ακριβώς αυτή η κοινωνική οργάνωση η οποία βασιζόταν στην φυλή καθόριζε τον τρόπο μετακίνησης .Οι Γιουρούκοι ,όπως ήταν φυσικό δεν μετανάστευαν κατά μονάς και οι μεταναστευτικές τους κινήσεις είχαν κατακτητικό χαρακτήρα. Συνήθως το δίκτυο με τον όρο της παροχής των απαραίτητων πληροφοριών, πρακτικών διευκολύνσεων, υλικής και ηθικής βοήθειας ασφάλειας και εγγυήσεων [70] είχε την μορφή της οργανωμένης κατακτητικής προσπάθειας .Ο αρχηγός της φυλής με την συνοδεία των πολεμιστών της έπαιρναν μέρος στους πολέμους των Σουλτάνων ή δρούσαν ανεξάρτητα με σκοπό μέσω της επίθεσης να καρπωθούν λάφυρα και σκλάβους. Στις κατακτητικές δραστηριότητες των Οθωμανών στην Μικρά Ασία ο στρατός είχε την μορφή του καραβανιού , ενώ στις κατακτήσεις των Βαλκανίων πρώτα εξασφάλιζαν την κατάκτηση και κατοχή μιας περιοχής και έπειτα ακολουθούσαν τα υπόλοιπα μέλη της φυλής.. Αυτό γινόταν με την καταστροφή των τοπικών οχυρώσεων και την εγκατάσταση τοπικών φρουρών.[71]Η παροχή τιμαρίων τόσο στον αρχηγό της ομάδας όσο και στα μέλη της εξυπηρετούσε την ένταξη στην στρατιωτική τάξη και την δημιουργία προϋποθέσεων εξάρτησης από την κατειλημμένη γη. Όταν η κατοχή εδραιωνόταν ο Σουλτάνος με την έκδοση ανακοινώσεων ενέκρινε την οργάνωση μεταναστευτικού κύματος υποσχόμενος την παροχή προνόμια στους μετανάστες .
Επόμενο βήμα στην εγκατάσταση ήταν η επιλογή του τρόπου της διαβίωσης .Αφού επέλεγαν τον τόπο προχωρούσαν στην κατασκευή του χωριού ή στην οικειοποίησή του στην περίπτωση που ήταν εγκαταλειμμένο. Η εγκατάσταση κατά οικογένειες που συνήθως ανήκαν σε μια φυλή γινόταν πέρα από λόγους κοινωνικότητας και για λόγους επιβίωσης .Η απόσταση από χωριά Χριστιανών παρείχε την απαραίτητη ασφάλεια ενώ η συνεργασία μεταξύ των μελών ήταν μεγάλης σημασίας για την καλλιέργεια της γης και την αντιμετώπιση των γειτονικών χωριών που εποφθαλμιούσαν τα εδάφη και τις κτήσεις τους .Δεν ήταν δυνατή η υιοθέτηση νέων συμπεριφορών και η αλλαγή των αντιλήψεων των μεταναστών όχι μόνο γιατί το γενικότερο περιβάλλον είχε αποδιοργανωθεί αλλά γιατί η κοινωνική τους οργάνωση και οι αντιλήψεις και το σύστημα αξιών τους ήταν τελείως διαφορετικό. Η σταθερότητα του απαράλλακτου τρόπου συμπεριφοράς και αντιλήψεων διοχετεύονταν και στις επόμενες γενιές την στιγμή μάλιστα που η προνομιακή κατάσταση των επήλυδων είχε σχέση με την παροχή τιμαριακής γης. Ο απογραφέας του 1454/55 παρέχει πληροφορίες σχετικά με 7 σύγχρονούς του τιμαριούχους των οποίων οι πρόγονοι είτε ήταν συγγενείς του Εβρενός είτε είχαν έρθει μαζί του από την Ανατολία. Επίσης αναφορικά με την εθνική συνείδηση ο απογραφέας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες .Για μερικούς απ’αυτούς αναφέρει πως ήταν τουρκικής καταγωγής .Την περίοδο όμως της απογραφής ο όρος δεν μπορούσε να εκληφθεί ως εθνική έννοια. Σήμαινε μάλλον κάτι το υποτιμητικό που αναφερόταν σε ανθρώπους νομαδικής καταγωγής .Η αρχιγραμματεία την εποχή του Μεχμέτ Β΄ χρησιμοποιούσε για τους νομάδες μετανάστες της Ρούμελης τον όρο Τουρκμέν[72] ενώ σε μια περίπτωση ο απογραφέας του 1454/55 χρησιμοποιεί την έκφραση yürük adamdır είναι Γιουρούκος , νομάς [73].Φαίνεται πως οι μετανάστες δεν συμμερίζονταν τον χαρακτηρισμό Οθωμανός , ο οποίος άλλωστε χρησιμοποιούταν για να δηλώσει τους αξιωματούχους της ανώτερης οικονομικής και κοινωνικής τάξης , παρά έμεναν πιστοί στις νομαδικές τους καταβολές. Άλλωστε και η ονοματοδοσία μερικών χωριών με ονόματα δηλούντα την ασιατική προέλευση φανερώνει την προσπάθεια διατήρησης της μνήμης.
Η διατήρηση του απομονωτισμού ενισχύθηκε με την εφαρμογή των διατάξεων του ιερού νόμου, τις ποικίλες απαγορεύσεις σε βάρος των χριστιανών ,την εφαρμογή του συστήματος των μιλλέτ και των χωριστών συνοικιών στις πόλεις .Με τον καιρό ο πληθυσμός των Γιουρούκων ελαττώθηκε εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών τις αφορίας και των λοιμών/ λιμών, τα χωριά τους ερήμωσαν και εποικίστηκαν με χριστιανούς .Ωστόσο στα νεότερα χρόνια οι ντόπιοι τους αντιμετώπιζαν με συμπάθεια καθώς υπέφεραν και αυτοί από τις ίδιες κακουχίες και καταπιέσεις των χριστιανών και μουσουλμάνων μεγαλοτσιφλικάδων και των Λαρισινών μπέηδων. Οι Κόνιαροι όπως επικράτησε να ονομάζονται από τους Θεσσαλούς ήταν φιλήσυχοι και όχι φιλοπόλεμοι. Στις εξεγέρσεις των Θεσσαλών το 1854 και 1878 επιζήτησαν την προστασία των οθωμανικών φρουρών.[74]Στα τελευταία χρόνια πριν την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας η οθωμανική κυβέρνηση προσπάθησε να τονώσει τον μουσουλμανικό πληθυσμό με την μεταφορά και την εγκατάσταση το 1875 , 300 οικογενειών Κιρκασίων[75] στην περιοχή του Αλμυρού Βόλου. Τα χρόνια που ακολούθησαν η ροή των Κιρκασίων συνεχίστηκε γεγονός που προξένησε αναζωπύρωση της ληστείας και των καταπιέσεων σε βάρος των χριστιανών και μουσουλμάνων (Κονιάρων) αγροτών. Λίγο μετά την κατάληψη της Θεσσαλίας από τον ελληνικό στρατό οι Κιρκάσιοι και οι Κόνιαροι έφυγαν πουλώντας την γη τους σε εξευτελιστικές τιμές .Ειδικά οι Κόνιαροι αριθμούσαν περίπου 32000 κατέφυγαν στην τουρκοκρατούμενη ακόμη Μακεδονία και από κει διεκπεραιώθηκαν στην Αττάλεια , Μιχαλίτσι και Σμύρνη στις περιοχές δηλαδή απ’ όπου είχαν ξεκινήσει οι πρόγονοί τους πριν από περίπου 4 αιώνες .


7. ΕΠΙΛΟΓΟΣ



Οι δυο πρώτοι αιώνες της οθωμανικής κατάκτησης συνδέθηκαν με την άφιξη και εγκατάσταση νομαδικών πληθυσμών στον θεσσαλικό κάμπο. Αυτοί οι πληθυσμοί ξένοι και φορείς μιας άλλης κοσμοθεωρίας και ενός άλλου τρόπου ζωής αναμφίβολα επέδρασαν ποικιλοτρόπως στις εκφάνσεις του βίου των Θεσσαλών εκείνης της περιόδου. Η οικονομική καχεξία , η κοινωνική αστάθεια , η αποψίλωση του πληθυσμού και η φυγή του προς τους ορεινούς όγκους ήταν συνέπειες της εκμετάλλευσης και καταπίεσης των ντόπιων και ξένων δυναστών. Έδωσαν την θέση τους στην οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ηρεμία. ΄Αυτές οι εξελίξεις δεν θα λάμβαναν χώρα χωρίς την σύμπραξη των Γιουρούκων των νομάδων που εγκαταστάθηκαν στην Θεσσαλία στα τέλη του 14ου και στις αρχές του 15ου αιώνα. Οι Οθωμανοί αξιοποίησαν τον αντιεξουσιαστικό και ανυπότακτο χαρακτήρα τους μετουσιώνοντας τον σε εργατική δύναμη και παράγοντα εκφοβισμού των ντόπιων και εγκαθίδρυσης του οθωμανικού ελέγχου. Οι Γιουρούκοι συναγελαζόμενοι με τους ετερόδοξους δερβίσηδες και νεμόμενοι το σύστημα των τιμαρίων κατόρθωσαν να πάρουν με το μέρος τους Θεσσαλούς μεγαλογαιοκτήμονες , οι οποίοι στρεφόμενοι –μαζί με τους υποτακτικούς τους-στο Ισλάμ κατόρθωσαν να διατηρήσουν ένα μέρος της περιουσίας τους .Οι εγκαταστάσεις των Γιουρούκων του Γενί Σεχίρ (Λάρισας ) ή των Γιουρούκων Τατάρων όπως ήταν ευρύτερα γνωστοί κατά τους νεώτερους χρόνους οργανώθηκαν κατά το πρότυπο του φυλετικού σχηματισμού σε στρατηγικές περιοχές απ’ όπου μπορούσαν να επιτηρούν τους εμπορικούς δρόμους και τους χριστιανικούς πληθυσμούς .Η αίσθηση όμως της παντοδυναμίας τους έμελλε να δώσει την θέση της στην εξίσωση με τους καταπιεζόμενους αγρότες .
Οι κλιματολογικές και οι άλλες συνθήκες από τις οποίες υπέφερε ο χριστιανικός πληθυσμός αποδεκάτισαν τον πληθυσμό των Γιουρούκων.Οι αλλαγές που επισυνέβησαν στο γύρισμα του 16ου προς τον 17ο αιώνα επηρέασαν και αυτούς .Η κατοχή μεγάλων εκτάσεων γης από χριστιανούς και μουσουλμάνους μεγαλογαιοκτήμονες οδήγησε στον υποβιβασμό της μάζας των Γιουρούκων από επίλεκτο τμήμα της οθωμανικής ισχύος σε άγρια εκμεταλλεύσιμη μάζα κολλήγων.Η μεταβολή της φύσης τους ήταν τόσο μεγάλη ώστε 4 αιώνες μετά την εγκατάστση τους οι χριστιανοί να εκτιμούν την φιλοπονία την εργατικότητα και τον φιλειρηνικό χαρακτήρα των Γιουρούκων ή καλύτερα των υπολειμμάτων του αρχικού πληθυσμού των εποίκων-μεταναστών.Το 1881 μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας ο μουσουλμανικός πληθυσμός των δύο διοικητικών κέντρων της Θεσσαλίας (Λάρισας και Τρικάλων ) ήταν 24165 σε σύνολο 293993 ατόμων [76].Mετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας οι απόγονοι των νομάδων κατέφυγαν στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και έπειτα μεταφέρθηκαν σε περιοχές την Μικράς Ασίας.


πηγή: pneuma.gr

















ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
EΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΗ


· Βαγιακάκος Β. Δίκαιος .Η δημογραφική και τοπωνυμική κατάστασις της Θεσσαλίας και ΄Αρτης κατά την προσάρτησιν των εις το ελληνικόν κράτος 1881.Διεθνές ιστορικό συμπόσιο:Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881),Bόλος 27-30 Σεπτεμβρίου 1981,Πρακτικά Αθήνα 1983.
· Beldiceanu N.-Nasturel P.S.,μετάφραση από τα γαλλικά Αλέκα Αγγελοπούλου. Η Θεσσαλία στην περίοδο 1454/55-1506 ,Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 19ος ,Λάρισα 1991.
· Βεντούρα Λίνα. Μετανάστευση και έθνος .Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις ,Θεωρία και μελέτες ιστορίας 15.,Ε.Μ.Ν.Ε-Μνήμων 1994.
· Βρυώνης Σπύρος .Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού (11ος εώς 15ος αιώνας ),μετάφραση Κάτιας Γαλαταριώτου, Β΄έκδοση Μ.Ι.Ε.Τ , Αθήνα 2000.
· Γεωργιάδης Ν.Η Θεσσαλία ,Βόλος 1880.
· Ζεγκίνης Χ. Ευστράτιος .Οι ετερόδοξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας ,Βαλακανικά Σύμμεικτα, Θεσσαλονίκη 1989.
· Του ιδίου .Γενίτσαροι και μπεκτασισμός .Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλκανικού Ισλάμ, εκδόσεις Βάνιας ,Θεσσαλονίκη 2002.
· Ιναλτζίκ Χαλίλ.Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κλασσική εποχή 1300-1600,μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης , Γ΄έκδοση Εκδόσεις Αλεξάνδρεια.
· Ιστορία του ελληνικού έθνους , τόμος Θ΄ , εκδοτική Αθηνών 1980.
· Λαζάρου Αχ. Απεικόνιση Τρικάλων και περιοχής στις αρχές της Τουρκοκρατίας με πηγές οθωμανικές , Τρικαλινά ,τόμος 11ος ,Τρίκαλα 1991.
· Λαίου-Θωμαδάκη Αγγελική.Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή,μετάφραση Αγλαίας Κάσδαγλη, Μ.Ι.Ε.Τ ,Αθήνα 1987.
· Lawless I. Richard.Η οικονομία και ο χώρος της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία, Τρικαλινά , τόμος 1ος ,Τρίκαλα 1981.
· Παπαθανασίου Δ. Απ. Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδος κτήτορες Ι.Μονών, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1989.
· Του ιδίου. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄αιώνες ),Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, τόμος 10ος –Βόλος 1992.
· Του ιδίου. Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος ,μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄ αιώνα, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 25ος ,Λάρισα 1994.
· Σαββίδης Γ.Κ. Αλέξης. Η μεσαιωνική Φάρσαλος ως την οθωμανική κατάκτηση του 1393, Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος , 25ος ,Λάρισα 1994.
· Του ιδίου. Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη και την εξάπλωση των κατακτητών στο θεσσαλικό χώρο, Θεσσαλικό Ημερολόγιο , τόμος 28ος ,Λάρισα 1995.
· Σαρρής Νεοκλής .Οσμανική Πραγματικότητα. Συστημική παράθεση δομών και λειτουργιών, τόμος Α΄. Το δεσποτικό κράτος ,εκδόσεις Ι.Κ. Αρσενίδης .
· Σκουβαράς Βαγγέλης . Πηλειορήτικα, τόμος Β΄. Από τον λειμώνα της παράδοσης , Βόλος 1936.
· Sokolov I.,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη. Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 27ος, Λάρισα 1995.
· Sugar. F. Peter.Η νοτιοανατολική Ευρώπη κάτω από οθωμανική κυριαρχία (1354-1804),τόμοι Α΄-Β΄, εκδόσεις Σμίλη 1994.
· Suraıya Faroqhı . Κουλτούρα και καθημερινή ζωή στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Από τον μεσαίωνα ως τις αρχές του 20ου αιώνα , μετάφραση Κατερίνα Παπακωνσταντίνου. Εξάντας
· Σφήκα-Θεοδοσίου Αγγελική. Απόπειρες εποικισμού Κιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876),Θεσσαλικά Χρονικά ,τόμος 15ος ,Αθήνα 1984.
· Τσοποτός Κ.Δ. Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974.
· Φαρμακίδης Γ. Επαμεινώνδας .Η Λάρισα. Τοπογραφική και ιστορική μελέτη, εκδόσεις του βιβλιοπωλείου Γνώση, Λάρισα 2001.
· Χούλια Σουζάνα. Οι Φράγκοι στην Θεσσαλία, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 15ος, Λάρισα 1995.


ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΗ



· The Encyclopaedia of Islam, volume XI. Leiden Brill 2001
· Gibbons Adams Herbert. The foundation of empire. A history of the Osmanlis up to the death of Bayezid A (1300-1403), Oxford at the Clarendon Press 1916.
· Inalcik Halil. The Ottoman empire: Conquest, Organization and Economy, Collected Studies Variorum Reprints, London 1978.
· Του ιδίου.Studies in Ottoman social and economic history, Variorum Reprints , London 1985.
· Του ιδίου.Economic and social history of the Ottoman empire.1300-1914,Cambridge University Press 1994.
· Kiel Machiel. Das türkische Thessalien: Etabliertes Geschichtsbild versus osmanische Quellen. Ein Beitrag zur Entmythologisierung der Geschichte Griechenlands. Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen, Die Kultur Griechenlandsin Mittelalter und Neuzeit. Bericht über das Kolloquium der Südosteuropa Kommission 28-31 Oktober 1992.Herausgegeben von Reinhard Lauer und Peter Schreier. Vandenhoeck und Ruprecht in Göttingen.
· Lucassen Leo. Migration, Migration History, History. Old Paradigms and New Perspectives. Bern: Peter Lang , 1997 (International and comparative social history 4 )
· M.T. Gökbilgin. Rumeli-de Yürükler Tatarlar ve Evlad-i Fatıhan.Κωνσταντινούπολη 1957.







[1] Γεωργιαδής Ν. Η Θεσσαλία ,Βόλος 1880., σσ.124-125, Φαρμακίδης Γ. Επαμεινώνδας. Η Λάρισα. Τοπογραφική και ιστορική μελέτη, Εκδόσεις του βιβλιοπωλείου Γνώση, Λάρισα 2001., σσ . 81-82,Τσοποτός Κ.Δ. Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974, σσ. 14-15.
[2] Χούλια Σουζάνα . Οι Φράγκοι στην Θεσσαλία , Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 15ος , Λάρισα 1989 ,σ.23.
[3] Οι Μελισσηνοί ή Μαλιασινοί ήταν από τις πιο γνωστές οικογένειες γαιοκτημόνων της Θεσσαλίας στο β μισό του 13ου αιώνα.Γενάρχης της οικογένειας ήταν ο Κωνσταντίνος Μελισσηνός ,ο οποίος παντρεύτηκε την ανιψιά του Ηγεμόνα της Ηπείρου Θεόδωρου Κομνηνού Αγγέλου (1212-1229) και είχε στην κατοχή του τεράστια έκταση γης .Διάδοχός του ήταν ο γιός του Νικόλαος, παντρεμένος με την ΄Άννα ,απόγονο της οικογένειας των Παλαιολόγων. Είχαν ως οικόσημο τον δικέφαλο αετό, ενώ στις κτήσεις τους πρέπει να συμπεριληφθούν και οι πάροικοι. ΄Ένας από τους κύριους εκπροσώπους της άλλης μεγάλης οικογένειας γαιοκτημόνων ήταν ο Κομνηνός Στρατηγόπουλος .Γύρω στα τέλη του 13ου αιώνα κατείχε μια περιοχή γνωστή ως <<Μεγάλη>> η οποία ήταν τοποθεσία του Πηλίου κοντά στο μοναστήρι της Μακρινίτσας. Οι Γαβριηλόπουλοι ήταν ήδη από τον 10ο αιώνα γνωστοί. Στα τέλη του 13ου αιώνα ο Μιχαήλ Γαβριηλόπουλος ονομαζόταν και ήταν πραγματικά <<αυθέντης της Θεσσαλίας >>.Sokolov.I, μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη. Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 27ος , Λάρισα 1995,σ.66.Ειδικά για τους Μελισσηνούς βλ. Παπαθανασίου. Δ.Απ. Οι Μελισσηνοί της Δημητριάδος κτήτορες Ι.Μονών ,εκδόσεις Παπαζήση,Αθήνα 1989.
[4] Sokolov.I ,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη, Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων, Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 27ος ,Λάρισα 1995,σ.68.
[5] Παπαθανασίου .Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος, μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄αιώνα, Θεσσαλικά Ημερολόγιο, τόμος 25ος , Λάρισα 1994, σ.52.σημ.13 εκτενής βιβλιογραφία για το αν ο Στέφανος ήταν Μελισσηνός το γένος ή ανήκε σε μια ξεχωριστή φεουδαλική οικογένεια Γαβριηλόπουλων.
[6] ΄Ο.π.,σσ. 50-51.
[7] ΄Ο.π.,σ. 56 σημ.23.εκτενής βιβλιογραφία σχετικά με τον θάνατο του Στέφανου Γαβριηλόπουλου και τις διαφωνίες των ιστορικών.
[8] ΄Ο.π.,σ.57.
[9] ΄Ο.π.,σ58.
[10] Sokolov.I.,μετάφραση από τα ρωσικά Τέσσα Λεβέντη ,Μεγάλοι και μικροί γαιοκτήμονες της Θεσσαλίας την εποχή των Παλαιολόγων., Θεσσαλικό Ημερολόγιο τόμος 27ος , Λάρισα 1995 , σ.69,Τσοποτός Δ.Κ Γη και γεωργοί της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1974 .,σ.21.
[11] Sokolov.I.,ό.π.,Τσοποτός Δ.Κ.,ό.π.,σσ 22.,Φαρμακίδης Επαμεινώνδας ό.π.,σσ 139-140.
[12] Παπαθανασίου Δ.Απόστολος. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄αιώνες).,.Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών, τόμος 10ος , Βόλος 1992, σσ 261-263.βλ και το παράρτημα εγγράφων στο τέλος σσ 279-294.
[13]Περισσότερα για την γαιοκτησία αυτήν την εποχή βλ.Λαίου-Θωμαδάκη Αγγελική. Η αγροτική κοινωνία στην ύστερη Βυζαντινή εποχή (μετάφραση Αγλαίας Κάσδαγλη)., Μορφωτικό ΄Ιδρυμα ΄Εθνικής Τραπέζης ,Αθήνα 1987.
[14]Παπαθανασίου Δ.Απόστολος ό.π σσ. 271-272.
[15] ΄Ο.π. ,σ.273.
[16] Μέσω των <<πρατηρίων γραμμάτων>> τα οποία συνέτασσε ο τοπικός επίσκοπος μεταβιβάζονταν ιδιοκτησίες ιδιωτικής κυριότητος(ελεύθερων μικροκαλλιεργητών) προς τα μοναστήρια. Παπαθανασίου Δ. Απόστολος. Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία στη βυζαντινή Θεσσαλία και στο Πήλιο (Δ΄-ΙΔ΄ αιώνες) ,Αρχείο Θεσσαλικών Μελετών ,τόμος 10ος , Βόλος 1992,σ.272.
[17] ΄Ο.π., σ 274.
[18]Sοkolov I.ό.π σς.66-68,Παπαθανασίου Απ. Ο Σεβαστοκράτορας Στέφανος Γαβριηλόπουλος μια κυρίαρχη μορφή της Μαγνησίας στον θεσσαλικό Μεσαίωνα του ΙΔ΄αιώνα., Θεσσαλικό Ημερολόγιο, τόμος 25ος , Λάρισα 1994.,σσ .53-57.
[19] Παπαθανασίου Δ.Απόστολος .Η έγγεια αγροτική ιδιοκτησία…ό.π.,σσ .274-275.
[20] Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης .Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη και την εξάπλωση των κατακτητών στο Θεσσαλικό χώρο,Θεσσαλικό Ημερολόγιο ,τόμος 28ος , Λάρισα 1995.,σσ. 59-60 (χρονολογικός πίνακας της οθωμανικής κατάκτησης των θεσσαλικών πόλεων και περιοχών.)
[21] Kiel Machiel. Das türkische Thessalien:Etabliertes Geschichtsbild versus Osmanische Quellen.Ein Beitrag zur Entmythologisierung der Geschichte Griechenlands.,Abhandlungen der Akademie der Wissenschaften in Göttingen.Die Kultur Griechenlands in Mittelalter und Neuzeit.Bericht über das Kolloquium der Südosteuropa Kommision 28-31 Oktober 1992.Herausgegeben von Reinhard Lauer und Peter Schreiner Vandenhoeck und Ruprecht in Göttingen.,σ.114,Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης, ό.π.,σ.40,σ.42,Φαρμακίδης Επαμεινώνδας, ό.π., σ.165.
[22] Για την εθνικότητα του Εβρενός οι γνώμες διίστανται. Ο Ζεγκίνης (Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος .Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός Γενεσιουργοί παράγοντες του βαλακνικού Ισλάμ ,Εκδόσιες Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2002 σ,33)υιοθετεί την άποψη ότι ο Εβρενός ήταν ΄Ελληνας χριστιανός , ο οποίος ως διοικητής της βυζαντινής Προύσσας διαπραγματεύτηκε με τον επίσης ΄Ελληνα στην υπηρεσία του Σουλτάνου Ορχάν,Κιοσέ Μιχάλ την παράδοση της πόλης στους Οθωμανούς .Ο Σαρρής (Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα.Συστημική παράθεση δομών και λειτουργιών, τόμος Α΄,Το δεσποτικό κράτος ,εκδόσεις Ι.Κ.Αρσενίδης.,σ.126) θεωρεί πως ο Εβρενός αδόκιμα ταυτίζεται με την βυζαντινή οικογένεια των Ουρανών και πως στην πραγματικότητα ήταν κάποιος Ιουδαίος με το όνομα Αβρανέζης ή Βρενέζης .Αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο Εβρενός μετά τον εξισλαμισμό του διακρίθηκε στις καταλήψεις της Βυζαντινής Θράκης ,Μακεδονίας και Θεσσαλίας σε τέτοιο σημείο μάλιστα που του αποδόθηκε ο τίτλος του Γαζή.Για την πολεμική του δράση βλ. Λαζάρου Γ.Αχ. Απεικόνιση Τρικάλων και περιοχής στις αρχές της Τουρκοκρατίας με πηγές οθωμανικές,τόμος 11ος Τρικαλινά ,Τρίκαλα 1991,σσ.145-146.
[23] Beldiceanu N.-Nasturel P.S. μετάφραση από τα γαλλικά Αλέκα Αγγελοπούλου. Η Θεσσαλία στην περίοδο 1454/55-1506.,σ.103,Σαββίδης Γ.Κ. Αλέξης . Τα προβλήματα για την οθωμανική κατάληψη…ό.π.,σ.52
[24] Φαρμακίδης Γ.Επαμεινώνδας. Η Λάρισα…ό.π.,σ .141,Beldiceanu N-Nasturel P.S.H Θεσαλία…ό.π.σ.,104,Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης .Τα προβλήματα για την οθωμανική κάτακτηση…ό.π.,σ.54.
[25] Kiel Machiel.Das türkische Thessalien...ό.π.,σσ.117-118.
[26] Inalcik Halil.The Ottoman Empire:Conquest,Organization and Economy Collected Studies Variorum Reprints London 1978.Ottoman methods of conquest.,σ.107.
[27] βοινούκοι :όρος σλαβικής προέλευσης .Στην οθωμανική εποχή προσδιόριζε μια κατηγορία χριστιανών της Βαλκανικής που προσέφερε ομάδες ελαφρού ιππικού με αντάλλαγμα την παραχώρηση φοροαπαλλαγών.müsellem:ελαφρό ιππικό σώμα στρατολογούμενο ανάμεσα στον τουρκικό κυρίως πληθυσμό. Στην Θεσσαλία μερικοί Αλβανοί χριστιανοί προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως μουσελίμηδες στον Τουραχάν Μπέη.akınçı:ομάδα ελαφρού ιππικού της οποίας οι στρατιώτες ζούσαν από τα λάφυρα.Επικεφαλής τους ήταν ένας μπέης των συνοριακών δυνάμεων.üçbeğ.
[28] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.σσ .135-136.
[29] Kiel Machiel Das türkische Thesslien...ό.π.,σ.114.
[30] Σαββίδης Γ.Κ.Αλέξης.Τα προβλήματ για την οθωμανική κατάληψη…ό.π.,σ .43.
[31] Inalcik Halil.The Ottoman Empire…ό.π.,σ.114.
[32] Το πόνημα των Beldiceanu N.-Nasturel P.S. βασισμένο στην επεξεργασία των Οθωμανικών καταστίχων ΜΜ10 της περιόδου 1454/55 και ΤΤ36 της περιόδου 1506 που φυλάσσονται στα Αρχεία του Προεδρικού Συμβουλίου της Κωνσταντινούπολης ,παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την οικονομική, κοινωνική και εθνολογική κατάσταση της Θεσσαλίας κατά την διάρκεια αυτών των περιόδων.
[33] Τσοποτός Κ.Δ..ό.π σ.σ 50-51.
[34] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός …ό.π.,σ.261
[35] Ιναλτζίκ Χαλίλ Η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κλασσική εποχή,1300-1600 μετάφραση Μιχάλης Κοκολάκης . Γ΄έκδοση Αλεξάνδρεια.,σ 324,εκτεταμένη ανάλυση για τι κίνημα του Μπεντρεντίν τον 15ο αιώνα βλ.Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.138-148.
[36] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Γενίτσαροι και Μπεκτασισμός ...ό.π ,σ.274.
[37] Kiel Machiel Das türkische Thessalien...ό.π.,σσ.138-143.
[38] Κατάλογο των ιδρυμάτων του Τουραχάν και των γιών του στις θεσσαλικές περιοχές βλ Kiel Machiel ό.π.,σσ.150-151.Για τις διαθήκες (αφιερωτήρια έγγραφα) του Τουραχάν Μπέη,του γιού του Ομέρ Μπέη.του Χασάν Μπέη βλ. Φαρμακίδη Επαμεινώνδα Η Λάρισα…ό.π.,σσ. 252-289.
[39] Κiel Machiel ό.π.,σσ. 146-147
[40] ΄Ο.π.,σσ.118-120
[41] ΄Ο.π.,σσ.122
[42] Beldiceanu N.-Nasturel P.S. H Θεσσαλία…ό.π.,σσ.107-108
[43] Σχετικά με την ανάπτυξη της Λάρισας /Yenı Şehır βλ.Kiel Machiel Das tόrkische Thessalien…ό.π., σσ.153-159.
[44] Lawless I.Richard. Η οικονομία και ο χώρος της Θεσσαλίας κατά την Τουρκοκρατία ,Τρικαλινά, τόμος 1ος Τρίκαλα 1981.σ39,σημ:26 Toν 16ο αιώνα η πολιτεία ενέκρινε την αποστολή δημητριακών από την Θεσσαλία στην Τρίπολη της Συρίας και στην Τρίπολη της Αφρικής οι οποίες υπέφεραν από έλλειψη.
[45] Σύμφωνα με το κατάστιχο ΜΜ10 οι μοναχοί της Καλαμπάκας απολάμβαναν προνόμια από την εποχή του Βαγιαζήτ Α΄κι ότι κατείχαν έγγραφα παραχωρημένα από τον Μεχμέτ Β΄ και από άλλους Σουλτάνους.
Οι μοναχοί δεν πλήρωναν για τ’ αμπέλια, τους μύλους τα σπίτια τα ζώα οπουδήποτε κι αν αυτά βρίσκονταν. Ο μονάρχης σημείωσε ότι τα κτήματα ήταν πλήρης ιδιοκτησία των μοναχών.Beldiceanu N.-Nasturel P.S…ό.π.,σσ 121-123
[46] Βρυώνης Σπύρος . Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μικράς Ασίας και η διαδικασία του Εξισλαμισμού (11ος εως 15ος αιώνας )μετάφραση Κάτιας Γαλαταριώτου.Β΄έκδοση Μ.Ι.Ε.Τ Αθήνα 2000.,σ 226.
[47] The Encyclopaedia of Islam, volume XI. Leiden Brill 2001. σ.338
[48] Σαρρής Νεοκλής. Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.114-116
[49] Για τα όπλα των Γιουρούκων τον 15ο και 16ο αιώνα βλ.Μ.Τ. Gökbilgin Rumeli de Yürükler,Tatarlar ve Evlad- i Fatıhan Κωνσταντινούπολη 1957.
[50] Βρυώνης Σπύρος Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού…ό.π.,σ.229.
[51] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σ110.
[52]Τον 13ο αιώνα ο Αλέξιος Α΄,ο Ιωάννης Β΄ και ο Μανουήλ Α΄ εξασφάλισαν την βοήθεια των Τουρκομάνων εναντίον των Σουλτάνων .
[53] Inalcik Halil. Economic and social history of the ottoman empire,1300-1914, Cambridge University Press 1994.,σ39.
[54] Για τις οικονομικές δραστηριότητες των Γιουρούκων βλ. Inalcik Halil ό.π.,σσ. 37-39
[55] Για τα ανιμιστικά στοιχεία και την ανθρωποθυσίας των Γιουρούκων της Ανατολίας και των Βαλκανίων βλ. Βρυώνης Σπύρος ό.π.,σημ 765 σ.552
[56] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Οι ετερόδοξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας, Βαλκανικά Σύμμεικτα, Θεσαλονίκη 1989,σ.13.
[57] Ζεγκίνης Χ.Ευστράτιος Οι ετερόδξοι Τουρκομάνοι της Μ.Ασίας ,ό.π.
[58] Βρυώνης Σπύρος Η παρακμή του μεσαιωνικού Ελληνισμού…ό.π.,σσ. 124-129
[59] Συνοπτική θεώρηση των εμιράτων κάνει ο Gibbons.Gibbons Adams Herbert The foundation of the Ottoman empire.A history of the Osmanlis up to the death of Bayezid I (1300-1403). Oxford at the Clarendon Press 1916.Για το εμιράτο Aydın σ.283, Hamıd σ. 289,Karası σ.291,Germıyan σσ.292-293, Menteşe σ.294, Saruhan σσ.295-296
[60]Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σ.32.
[61] Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σ.29
[62] ΄Ο.π.,σ.31.
[63] Σχετικά με το καθεστώς του μεζραά και τους οικισμούς ό.π.,σσ.162-163.
[64] Inalcik Halil Economic and social history…ό.π.,σσ.173-174.
[65] ΄Ο.π.,σ.174.
[66] Σαρρής Νεοκλής Οσμανική Πραγματικότητα…ό.π.,σσ.252-253.
[67] Inalcik Halil .Stydies in Ottoman Social and Economic History ,Variorym Reprints London 1985.Yürüks in Rice Cultivation ,σσ.,103-106.
[68] Για τα ονόματα των χωριών των Γιουρούκων και για το τι δηλώνουν βλ:Inalcik Halil The Ottoman Empire:Conquest,Organization and Economy ,σσ.,125-126.
[69] Kiel Michael.Das türkische Thessalien...ό.π.,σ.,163.
[70] Βεντούρα Λίνα. Μετανάστευση και έθνος .Μετασχηματισμοί στις συλλογικότητες και τις κοινωνικές θέσεις, Θεωρία και μελέτες ιστορίας 15 Ε.Μ.Ν.Ε-Μνήμων 1994.,σ.52.
[71] Inalcik Halil. The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy ,ό.π.,σ.107.
[72] Μ.Τ Gökbilgin Rumeli-de Yürükler Tatarlar ve Evlad-i Fatıhan, Κωνσταντινούπολη 1957,σσ . 9-13
[73] Beldiceanu N.-Nasturel P.S…ό.π.,σ.113.
[74] Σκουβαράς Βαγγέλης. Πηλειορήτικα τόμος Β΄ Από τον λειμώνα της παράδοσης , Βόλος 1936 ,σσ .110-165.
[75]Σφήκα-Θεοδοσίου Αγγελική. Απόπειρες εποικισμού Κιρκασίων στη Θεσσαλία (1874-1876), Θεσσαλικά Χρονικά, τόμος 15ος, Αθήνα 1984.,σ.246.
[76] Βαγιακάκος Β. Δίκαιος .Η δημογραφική και τοπωνυμική κατάστασις της Θεσσαλίας και ΄Αρτης κατά την προσάρτισήν των εις το ελληνικόν κράτος 1881,στο Διεθνές ιστορικό συμπόσιο: Η τελευταία φάση της ανατολικής κρίσεως και ο Ελληνισμός (1878-1881).Ελληνική επιτροπή σπουδών Ν.Α Ευρώπης, Βόλος 27-30 Σεπτεμβρίου 1981, Πρακτικά Αθήνα 1983.

Δεν υπάρχουν σχόλια: